Δευτέρα, Μάρτιος 19, 2012

Ο Παναχί θα συνεχίσει να διηγείται ιστορίες





Διηγούμαστε ιστορίες με διάφορους τρόπους. Με λέξεις, κι όταν μας λείπουν οι λέξεις, με χειρονομίες. Τις διηγούμαστε φωναχτά ή γραπτά, παλιότερα με επιστολές, σήμερα με ι-μέιλ, ή ακόμα με σκίτσα, φωτογραφίες ή ταινίες. Διηγούμαστε και ζητάμε από τους άλλους να μας διηγηθούν, περιμένοντας άλλοτε να μας πουν την αλήθεια κι άλλοτε ψέματα, ανάλογα με τη στιγμή και με τις ανάγκες μας. Πολλές φορές καθόμαστε και παρακολουθούμε μια ιστορία στην τηλεόραση ότι γιατί είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, αλλά έχει μια πλοκή και υπόσχεται ένα τέλος. Η διήγηση ιστοριών, γράφει ο ισπανός συγγραφέας Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα στην Ελ Παϊς, δεν είναι πολυτέλεια ή προνόμιο ορισμένων ανθρώπων, αλλά το γενετικό πεπρωμένο του ανθρώπινου είδους.

Για να μην αφήνει γραπτά κείμενα που θα μπορούσε να τον στείλουν στη φυλακή, ο Οσιπ Μάντελσταμ συνέθετε ποιήματα στο μυαλό του και τα απήγγελλε στη γυναίκα του για να τα απομνημονεύσει. Όταν άρχισε να τυφλώνεται, ο Μπόρχες έγραφε ποιήματα με περισσότερο μέτρο και ομοιοκαταληξία απ΄ό,τι στα νιάτα του γιατί η ρίμα είναι βασικά μια πνευματική διαδικασία. Ο Ματίς έκανε τα περίφημα κολάζ του όταν η φτώχεια των χρόνων της κατοχής του στέρησε τα άλλα υλικά. Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την αφήγηση και την έκφραση.

Ο ιρανός σκηνοθέτης Τζαφάρ Παναχί καταδικάστηκε το 2009 σε εξαετή φυλάκιση, ενώ του απαγορεύτηκε να βγει από τη χώρα και να γυρίσει ταινίες για είκοσι χρόνια. Σε δεύτερο βαθμό, η φυλάκιση μετατράπηκε σε κατʼοίκον περιορισμό. Λίγο πριν τον καταδικάσουν, ο Παναχί είχε υποβάλει στους λογοκριτές ένα σενάριο για μια κοπέλλα που θέλει να σπουδάσει τέχνη στο πανεπιστήμιο, αλλά οι γονείς της την κλείνουν στο σπίτι γιατί είναι θρήσκοι και οι φιλοδοξίες αυτές τους προσβάλλουν. Το σενάριο απορρίφθηκε, όπως και οποιοδήποτε άλλο σενάριο. Ο Παναχί αποφάσισε τότε να γυρίσει μια ταινία για τον εγκλεισμό του. Τοποθέτησε στο τραπέζι του πρωινού μια ψηφιακή κάμερα κι άρχισε να τραβάει τον εαυτό του να τρώει, να μιλά στο τηλέφωνο με τη δικηγόρο του και να κοιτάζει από το παράθυρο τον δρόμο στον οποίο απαγορεύεται να βγει. Χρησιμοποίησε επίσης την κάμερα του iPhone του και τράβηξε το αγαπημένο του ιγκουάνα, τη γειτόνισσα που ήθελε να του αφήσει για λίγο το σκυλί της και τον οδοκαθαριστή. Υστερα τον επισκέφθηκε ένας άλλος σκηνοθέτης, ο Μοζτάμπα Μιρταχμάσμπ, και ο Παναχί του ζήτησε να χειριστεί εκείνος την κάμερα.

Η ταινία πήρε τον ειρωνικό τίτλο «Αυτό δεν είναι μια ταινία», βγήκε παράνομα από το Ιράν, έκανε την πρεμιέρα της τον περασμένο Μάιο στις Κάννες και την περασμένη εβδομάδα προβλήθηκε στο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, όπου έλαβε το βραβείο της Διεθνούς Αμνηστίας. Ο Παναχί νίκησε τους δικτάτορες και θα συνεχίσει να διηγείται ιστορίες.

Σάββατο, Μάρτιος 17, 2012

Και τότε γιατί πέθανε η Μαρί;





«Αυτό που εμείς οι δημοσιογράφοι γνωρίζαμε ανέκαθεν είναι ότι σε όλες τις περιόδους ριζοσπαστικών αλλαγών, σε όλους τους βίαιους μετασχηματισμούς σαν κι αυτόν που ζούμε, υπάρχουν συνήθως νεκροί. Δεκάδες νεκροί στο δρόμο. Και η ερώτηση που κάνουμε στον εαυτό μας δεν είναι πόσοι δημοσιογράφοι θα επιβιώσουν (θα είναι πολλοί), αλλά αν μεταξύ των θυμάτων θα είναι και η ίδια η δημοσιογραφία, καθώς οι μετασχηματισμοί προκαλούν την απορρόφησή της από κάτι πολύ εκτενέστερο, και πολύ διαφορετικό, την επικοινωνία. Το πιο θλιβερό θα είναι αν, φοβούμενοι ότι θα μας σκοτώσουν, καταλήξουμε να ρίξουμε εμείς τη χαριστική βολή στη δημοσιογραφία».

Αυτό το μήνυμα έστειλε η Σολεδάδ Γκαγιέγο-Ντίαθ στους φοιτητές της μεταπτυχιακής Σχολής Δημοσιογραφίας της Ελ Παϊς, εγκαινιάζοντας προχθές την 26η χρονιά του θεσμού αυτού. Μεταξύ των ιδρυτικών στελεχών της ισπανικής εφημερίδας, ανταποκρίτρια μέχρι πριν από λίγους μήνες στο Μπουένος Αίρες, η 60χρονη δημοσιογράφος έχει κάνει τα πάντα στην καριέρα της: συντάκτρια, ρεπόρτερ, αρθρογράφος, αρχισυντάκτρια και διευθύντρια σύνταξης. Περισσότερο απ’όλα, όμως, της άρεσε πάντα να γράφει.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αυτοκτονήσουμε, τόνισε. Ο πρώτος είναι να πιστέψουμε ότι η δημοσιογραφία είναι «δικιά μας», ανήκει δηλαδή σε μια καθορισμένη γενιά επαγγελματιών που την προστατεύει από τις αλλαγές και τις καινούργιες επιρροές. Το πρόβλημα δεν είναι αν θα εξακολουθήσει να υπάρχει η δημοσιογραφία με τη μορφή χαρτιού ή ταμπλέτας, αλλά τι είναι η δημοσιογραφία σ’αυτή τη νέα εποχή, πώς την επηρεάζουν τα νέα εργαλεία και οι νέες διεργασίες, και κατά πόσον αυτά τα εργαλεία μπορούν να επηρεάσουν, ή και να διαλύσουν, τους βασικούς κανόνες του επαγγέλματος.

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι να μπερδέψουμε τη δημοσιογραφία με την επικοινωνία: η πρώτη έχει κανόνες, αρχές, και συγκεκριμένους στόχους. Για να αποφεύγει τις κακοτοπιές, καλό είναι ο επαγγελματίας δημοσιογράφος να μη νιώθει ότι έχει απέναντί του πελάτες ή καταναλωτές, αλλά αναγνώστες, ακροατές και τηλεθεατές. Καλό είναι επίσης να μη θεωρεί ότι μπορεί η ερασιτεχνική δημοσιογραφία να αντικαταστήσει την επαγγελματική. «Αν για να γίνουν γνωστά αυτά που συμβαίνουν στη Χομς αρκούν το Twitter, το Facebook και τα μπλογκς των κατοίκων», αναρωτήθηκε η Γκαγιέγο-Ντίαθ, «γιατί πήγε εκεί και γιατί πέθανε η Μαρί Κόλβιν;»

Για τους δημοσιογράφους, συνέχισε, υπάρχει ακόμη ένας τρόπος να αυτοπυροβοληθούν, ο χειρότερος απ’όλους: η βιασύνη. Τα νέα μέσα ενημέρωσης επιβραβεύουν την ταχύτητα, όμως δημοσιογραφία σημαίνει να ερευνάς τα γεγονότα δημοσίου ενδιαφέροντος, και να το κάνεις με σεβασμό στους κανόνες. Δημοσίου ενδιαφέροντος δεν είναι αυτά που ενδιαφέρουν περισσότερο τον κόσμο, αλλά κάτι διαφορετικό. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο βρετανικός κώδικας δεοντολογίας, «είναι να ερευνάς και να αποκαλύπτεις αδικήματα, εγκλήματα ή αντικοινωνικές συμπεριφορές. Να προστατεύεις την ασφάλεια και τη δημόσια υγεία. Να αποτρέπεις την παραπλάνηση των πολιτών από τις πράξεις ή τις δηλώσεις ενός ατόμου ή μιας οργάνωσης».

Γι’αυτά όμως χρειάζεται εκπαίδευση. Φιλότιμο. Αποφασιστικότητα. Και χρόνος.

Παρασκευή, Μάρτιος 16, 2012

Τέσσερις αλήθειες για την Ευρώπη





Στο κλασικό του έργο «Ο σιδηρούς νόμος της Ολιγαρχίας», που εκδόθηκε το 1911, ο γερμανός κοινωνιολόγος Ρόμπερτ Μίκελς σημείωνε ότι με τον τρόπο που είναι οργανωμένα τα πολιτικά κόμματα, και ασχολούνται με την επιβίωση του μηχανισμού τους, μετατρέπονται αναπόφευκτα σε κλειστές ομάδες και υποκύπτουν στη διαφθορά. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να διαιωνίζουν και να επεκτείνουν την εξουσία τους, άρα να πολεμούν οποιοδήποτε όραμα απειλεί αυτή την εξουσία. Γίνονται με τον τρόπο αυτό υπερασπιστές της παλιάς τάξης, την οποία ο Μακιαβέλλι θεωρούσε μοιραίο εμπόδιο για την αλλαγή. Ακόμα και τα μυαλά στενεύουν, ζαρώνουν, αχρηστεύονται.

Τα παραπάνω θυμίζει η Μπάρμπαρα Σπινέλλι στη Ρεπούμπλικα για να επισημάνει ότι παρά τον σίφουνα που λέγεται Μόντι, οι νοοτροπίες στην Ιταλία δύσκολα αλλάζουν. Το ίδιο φυσικά θα μπορούσαμε να πούμε και για την Ελλάδα, που ετοιμάζεται να παραδοθεί σε μια άγονη και βαρετή προεκλογική περίοδο. Ο σιδηρούς νόμος της Ολιγαρχίας όχι μόνο παραμένει ζωντανός, αλλά μερικές φορές δείχνει και να ενισχύεται. Η οικοδόμηση της ενωμένης Ευρώπης έχει επιστρέψει στο προσκήνιο, αλλά για λάθος λόγους: επειδή η κρατούσα άποψη, δηλαδή η γενικευμένη λιτότητα, φέρνει σε απόγνωση τους πολίτες. Τους απελπίζει και τους εξοργίζει, με αποτέλεσμα να βγαίνουν κερδισμένα τα κόμματα των άκρων.

Η υπεράσπιση της Ευρώπης αποκτά έτσι επείγοντα χαρακτήρα. Τέσσερις βασικές αλήθειες πρέπει να ειπωθούν, γράφει ο Μπερνάρ Γκετά στη Λιμπερασιόν. Τέσσερις αλήθειες που μόνο η Αριστερά μπορεί να πει. Πρώτον, ότι όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, Ελληνες και Γερμανοί, πρέπει να μειώσουμε την εξάρτησή μας από το χρέος ώστε να μην είμαστε όμηροι των δανειστών μας, αλλά ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος να το κάνουμε δεν είναι η μείωση των μισθών, των συντάξεων και των δημοσίων δαπανών. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, όπως η εφαρμογή μιας κοινής βιομηχανικής πολιτικής με στόχο τη δημιουργία ευρωπαϊκών γιγάντων σαν την Αιρμπάς και την ανάπτυξη των τεχνολογιών του μέλλοντος.

Η δεύτερη αλήθεια είναι ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει χωρίς μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση. Όχι μια «οικονομική διακυβέρνηση», δηλαδή μια κοινή διαχείριση των εθνικών οικονομιών, αλλά μια πανευρωπαϊκή κυβέρνηση που θα εκλέγεται από το σύνολο των ψηφοφόρων της Ενωσης. Αυτές οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης – πρόκειται για την τρίτη αλήθεια – δεν θα οικοδομηθούν από τη μια μέρα στην άλλη ούτε θα λάβουν από την αρχή μέρος σ’αυτήν όλες οι χώρες. Επιπλέον, τίποτα δεν θα απαγορεύει σε κόμματα που ανήκουν στην ίδια οικογένεια να υποβάλλουν κοινή υποψηφιότητα στις ευρωπαϊκές εκλογές.

Οι Ευρωπαίοι μπορούν τέλος να προτείνουν μια οικονομική συνεργασία προς Ανατολάς και προς Νότο. Η Ρωσία και η βόρεια Αφρική μπορεί να βρίσκονται μακρυά από τη δημοκρατία, αλλά χρειάζονται επενδύσεις. Η τέταρτη αλήθεια είναι ότι η Ευρώπη δεν είναι καταδικασμένη σε παρακμή.

Πέμπτη, Μάρτιος 15, 2012

Κι εκείνος σφάζει ανενόχλητος





Ας πούμε ότι είμαι ο Μπασάρ αλ Ασαντ. Δεν είμαι ούτε πολύ έξυπνος ούτε πολύ ικανός, είμαι όμως αδίστακτος και ξέρω να φυλάω το τομάρι μου. Βλέπω τους λαούς γειτονικών χωρών να εξεγείρονται κατά των δικτατόρων τους και ξέρω ότι θα έρθει η σειρά μου. Ξέρω όμως και κάτι άλλο: ότι η Δύση δύσκολα θα αποφασίσει να επέμβει στη χώρα μου. Πρώτον, επειδή έχει κουραστεί από τους πολέμους. Δεύτερον, επειδή δεν έχει λεφτά. Τρίτον, επειδή δεν θα μπορέσει να αποσπάσει πράσινο φως από το Συμβούλιο Ασφαλείας, αφού έχω τους Ρώσους και τους Κινέζους με το μέρος μου. Τέταρτον, επειδή η χώρα μου είναι πυκνοκατοικημένη και τυχόν βομβαρδισμοί θα προκαλούσαν μεγάλες απώλειες μεταξύ των αμάχων. Όταν ξεκινά λοιπόν η εξέγερση κι εδώ, όταν βγαίνουν στους δρόμους οι αντιπαθητικοί κάτοικοι της ενοχλητικής Χομς, τι κάνω; Υποχωρώ; Εξαγγέλλω μεταρρυθμίσεις; Ξεκινάω διάλογο; Όχι βέβαια. Στέλνω τον στρατό. Βομβαρδίζω. Πολιορκώ. Κι όταν ο αντίπαλος κουραστεί, μπαίνω και καθαρίζω. Σφάζω, βασανίζω, τρομοκρατώ.

Την περασμένη Τετάρτη, ο γερουσιαστής Τζον Μακέιν είχε μια έντονη αντιπαράθεση στο Κονγκρέσο με τον υπουργό Αμύνης Λίον Πανέτα. «Πόσοι άμαχοι πρέπει να σκοτωθούν ακόμη;» τον ρώτησε. «Μπορείτε να μας πείτε; Δέκα χιλιάδες; Είκοσι χιλιάδες; Πόσοι;» Ο αρχηγός του Πενταγώνου επανέλαβε την επίσημη γραμμή, ότι δηλαδή η Ουάσινγκτον μελετά τη στρατιωτική λύση, αλλά προτιμά την πολιτική και διπλωματική προσέγγιση. «Η Αμερική θα έπρεπε να ηγείται, θα έπρεπε αυτή την ώρα να συγκροτεί συμμαχίες αντί να δηλώνει ότι δεν θα επέμβουμε ο,τιδήποτε κι αν γίνει», συνέχισε ο 76χρονος γερουσιαστής. Σωστό, αλλά μια επέμβαση στη Συρία θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από εκείνη στη Λιβύη, όπου το ΝΑΤΟ χρειάστηκε 7 μήνες και 7.700 βόμβες και πυραύλους, απάντησε ο Πανέτα. «Ξοδεύουμε κάπου ένα τρισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο για την εθνική μας άμυνα», εξερράγη ο Μακέιν. «Αν δεν μπορούμε να καταστρέψουμε τη συριακή αεροπορία, τότε πρόκειται για την απόλυτη σπατάλη των χρημάτων των φορολογουμένων!»

Ποιος από τους δύο είχε δίκιο; Και οι δύο, φυσικά. Μετά τη Σάμπρα και Σατίλα, μετά τη Ρουάντα, μετά τη Σρεμπρένιτσα, δεν είναι δυνατόν να επιτρέπει ο πολιτισμένος κόσμος σε ένα δυνάστη να σφάζει τον λαό του. «Φτάνει πια!» έγραφε προχθές ο Αντόνιο Φεράρι στην Κοριέρε ντέλα Σέρα. «Ζητάμε από το Συμβούλιο Ασφαλείας να αφαιρέσει το δικαίωμα του Ασαντ να σκοτώνει!» τονίζουν σε ένα κείμενό τους 50 διανοούμενοι, μεταξύ των οποίων ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Ουμπέρτο Εκο, η Σιρίν Εμπάντι, ο Στεφάν Εσέλ (αλλά όχι και ο συνήθης επαναστάτης των σαλονιών Μπερνάρ-Ανρί Λεβί). Και λοιπόν; Αυτοί ασχολούνται με βιβλία, όχι με βόμβες. Εκείνοι που ασχολούνται με βόμβες γνωρίζουν ότι έχουν τα χέρια δεμένα. Κι έτσι εγώ θα συνεχίσω να σφάζω ανενόχλητος.

Τετάρτη, Μάρτιος 14, 2012

Η επιστροφή της παρθενίας





Λέγεται Ιβόν Νιμπιελέρ. Είναι Γαλλίδα, ιστορικός, φεμινίστρια, κι έχει πατήσει τα ενενήντα. Τι μπορεί να ώθησε λοιπόν μια τέτοια γυναίκα να γράψει ένα βιβλίο για ένα θέμα φαινομενικά τόσο ξεπερασμένο όσο η γυναικεία παρθενία;

«Με εξέπληξε καταρχήν η αύξηση των πιστοποιητικών παρθενίας που ζητούνται και η μεγάλη ζήτηση που έχει η υμενοπλαστική, κυρίως από τις μουσουλμάνες», απαντά η συγγραφέας στην ερώτηση της Λιμπερασιόν. «Μίλησα πολύ μαζί τους: καταφεύγοντας στο χειρουργείο, επιστρέφουν σε μια οικογενειακή παράδοση. Δεν είναι όμως μόνο οι μουσουλμάνες. Οσο έψαχνα το θέμα, τόσο περισσότερο παθιαζόμουν. Υπάρχει το κίνημα No Sex που γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες: να κυριαρχείς στο σώμα σου για να είσαι περισσότερο διαθέσιμη στους άλλους. Κι ύστερα είναι εκείνη η απίστευτη δήλωση της Πάρις Χίλτον πως όταν έρθει η ώρα να παντρευτεί θα προχωρήσει σε αναδόμηση του παρθενικού της υμένα»…

Το βιβλίο λέγεται «Η γυναικεία παρθενία, μύθοι, φαντασιώσεις, χειραφέτηση» (εκδ. Odile Jacob). Για να το γράψει, η γαλλίδα ιστορικός ξεκίνησε φυσικά από την ιστορία. Εξέτασε πώς ο χριστιανισμός επέβαλε την παρθενία στις γυναίκες ως ηθική αξία πριν από το γάμο. Ερευνώντας τις περιπτώσεις της Παρθένου Μαρίας, της Ζαν ντ’Αρκ και της Τερέζα της Αβιλα, απέδειξε ότι για ορισμένες γυναίκες η παρθενία ήταν ένας τρόπος να αποφύγουν την ανδρική κυριαρχία, το γάμο και τον κίνδυνο της αναπαραγωγής. Αλλά δεν έμεινε εκεί. Μελέτησε και τις σημερινές εφήβους. Και αιφνιδιάστηκε όταν είδε να γράφουν στα μπλογκ τους ότι θέλουν να απαλλαγούν από την παρθενία τους. «Σαν να είναι γι’αυτές ένα βάρος, κάτι με το οποίο δυσκολεύονται να ζήσουν. Αυτό αποδεικνύει ότι η παρθενία παραμένει ένα σοβαρό θέμα. Το να περάσουν αυτό το στάδιο δεν είναι αυτονόητο. Δεν είναι ίδιες, πριν και μετά».

Η 15χρονη Λεά, που πηγαίνει Α΄ Λυκείου, έρχεται να συμπληρώσει με τη μαρτυρία της την 90χρονη ερευνήτρια. «Στο σχολείο μας», λέει στη γαλλική εφημερίδα, «δεν λέμε ποτέ αν μια κοπέλλα είναι παρθένα ή όχι. Λέμε `το έκανε`, και η πληροφορία κάνει πολύ γρήγορα τον γύρο του σχολείου. Αν η μαθήτρια είναι δημοφιλής, θεωρείται λογικό ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις. Αν πάλι είναι αντιπαθής, όλοι την κρίνουν και λένε πως κάνει βλακείες». Οσο για την ίδια, δεν βιάζεται. Είναι μικρή ακόμα, έχει καιρό, δεν θα πάει και με τον πρώτο τυχόντα.

Η παρθενία δεν είναι βέβαια μόνο γυναικεία υπόθεση. Απλώς για τα κορίτσια έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία. «Την πρώτη φορά ασχολούνται περισσότερο», λέει ο 24χρονος Αντριέν. «Είναι κάτι ιερό. Αυτό μου λένε τουλάχιστον οι φίλες μου. Εχουν ανάγκη να ερωτευτούν, τα αγόρια όχι αναγκαστικά. Για τον λόγο αυτό, δεν θέλω να είμαι ο πρώτος για ένα κορίτσι. Μπλοκάρω. Απομακρύνομαι. Ισως είναι θέμα σεβασμού. Ξέρεις ότι δεν θα μείνεις σ’αυτό, ενώ το κορίτσι θα θυμάται αυτή τη στιγμή για όλη του τη ζωή».

Τρίτη, Μάρτιος 13, 2012

Είναι τρελλοί αυτοί οι Ελβετοί!





Σκεφτείτε να γινόταν στην Ελλάδα. Ένα από τα μεγαλύτερα συνδικάτα της χώρας, επικαλούμενο επιστημονική έρευνα που δείχνει ότι το ένα τρίτο των εργαζομένων υποφέρει από στρες και προβλήματα υγείας λόγω αυξημένου φόρτου εργασίας, προτείνει την αύξηση του ελαχίστου χρόνου αδείας μετ’αποδοχών κατά 50%. Η κυβέρνηση προκηρύσσει αμέσως δημοψήφισμα, προειδοποιώντας ότι τυχόν επικράτηση του ΝΑΙ θα επιβαρύνει την οικονομία κατά 5 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Με τι ποσοστό λέτε ότι θα περνούσε η πρόταση; Ε, όχι και 80% …

Τέλος πάντων, ας μην προβοκάρουμε κι ας μείνουμε πιστοί στην ειδησεογραφία. Η πρόταση για αύξηση των εβδομάδων αδείας από 4 σε 6 τον χρόνο υποβλήθηκε στην Ελβετία από το συνδικάτο Travail Suisse. Και οι Ελβετοί την απέρριψαν με ποσοστό 66%. Ο σύνδεσμος εργοδοτών εξέδωσε μια θριαμβευτική ανακοίνωση με την οποία τονίζει ότι το ΟΧΙ στην πρόταση σημαίνει ΝΑΙ στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ελβετικών εταιρειών. Το συνδικάτο εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι η προεκλογική εκστρατεία διεξήχθη σε κλίμα φόβου. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.

Η αλήθεια είναι ότι οι Ελβετοί έχουν απορρίψει και στο παρελθόν πρόταση που θεωρητικά υπηρετούσε τα συμφέροντά τους: το 2002 καταψήφισαν τη μείωση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας από 42 σε 36. Είναι υπεύθυνοι, φιλότιμοι και σκληρά εργαζόμενοι. Είναι βέβαια και πλούσιοι, γεγονός που διευκολύνει όλα τα προηγούμενα. Παρά τα φαινόμενα, όμως, δεν είναι όσο ενωμένοι δείχνουν προς τα έξω. Εχουν κι αυτοί τις εσωτερικές τους αντιθέσεις, που στην περίπτωσή τους δεν έχουν γεωγραφικό αλλά γλωσσικό χαρακτήρα. Να, πριν από λίγες ημέρες η γερμανόφωνη εφημερίδα Weltwoche δημοσίευσε ένα άρθρο με το οποίο χαρακτήριζε τους γαλλόφωνους κατοίκους «Ελληνες της Ελβετίας». Για όποιον αναγνώστη δεν κατάλαβε, ακολουθούσε επεξήγηση: τεμπέληδες, μεθύστακες και καλοφαγάδες (ε, το τελευταίο δεν είναι και τόσο κακό). Και για εκείνους που βαριόντουσαν να διαβάσουν, υπήρχε σχετική φωτογραφία: ένας εργαζόμενος με τα πόδια στο τραπέζι, ένα ποτήρι κρασί στο χέρι κι ένα σουτιέν ανάμεσα στα ντοσιέ (μάλλον κακόγουστο).

Οι Γαλλόφωνοι δεν άργησαν να απαντήσουν. Ο πολιτικός Αντόνιο Χοτζέρ από τη Γενεύη φωτογραφήθηκε στην ίδια πόζα, επισημαίνοντας στη λεζάντα ότι το ΑΕΠ των γαλλόφωνων περιοχών είναι εδώ και χρόνια ανώτερο από τον ελβετικό μέσο όρο, ότι το τόξο του Λεμάν είναι μια από τις πιο δυναμικές οικονομικές ζώνες της χώρας και ότι τα καντόνια της Λωζάνης και της Γενεύης συνεισφέρουν αποφασιστικά στην ισορροπία μεταξύ των καντονιών. Ανάλογες φωτογραφίες γέμισαν το Facebook, ενώ στο Twitter δημιουργήθηκε μια σελίδα η οποία στις 5 το απόγευμα κάθε ημέρας απευθύνει κάλεσμα: «Ελληνες της Ελβετίας, είναι η ώρα του απεριτίφ!»

Εντάξει, το χιούμορ των Ελβετών δεν είναι τόσο ξακουστό όσο η εργατικότητά τους.

Δευτέρα, Μάρτιος 12, 2012

Πέντε μύθοι για την Ελλάδα



Και τώρα που έκλεισε ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ας εξετάσουμε μερικούς μύθους που κατέρρευσαν.

Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ήταν μια επικίνδυνη ιδέα. Ορισμένοι τραπεζίτες μάλιστα, όπως ο Λορέντσο Μπίνι Σμάγκι, μιλούσαν για «πολιτική αυτοκτονία» και για το «ισοδύναμο της ποινής του θανάτου». Στην πραγματικότητα, ο ιδιωτικός τομέας ενεπλάκη εκών - άκων στο κούρεμα και όλα πήγαν κατ' ευχήν. Η ενεργοποίηση των CDS πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Και όποιος περίμενε με αγωνία την αντίδραση των αγορών πρέπει να απογοητεύτηκε: ούτε κρύο ούτε ζέστη, έχουν περάσει ήδη στο επόμενο στάδιο.

Οι ξένοι θέλουν το κακό μας. Ανάλογα με τον άνθρωπο που διατύπωνε αυτή τη θέση, το «κακό» ήταν είτε η αποπομπή μας από την ευρωζώνη είτε η διατήρησή μας σε αυτήν. Α, πολλοί μιλούσαν για τη «συγκεκριμένη» ευρωζώνη γιατί, ως γνωστόν, υπάρχει και η άλλη, η αριστερή και φιλελληνική. Εν πάση περιπτώσει, οι ξένοι - δηλαδή οι ευρωπαίοι ηγέτες και ο Πρόεδρος Ομπάμα - κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να πετύχει το PSI και να ελαφρυνθεί το χρέος της Ελλάδας. Δεν ήταν δεδομένο, δεν ήταν «μοιραίο», υπήρχαν δύο σχολές σκέψης, κέρδισε η μετριοπαθής.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θέλει τον ελληνικό λαό στα γόνατα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο παρελθόν πολλές χώρες, κυρίως στη Λατινική Αμερική, πλήρωσαν με αίμα την πολιτική του ΔΝΤ. Στην περίπτωση της Ελλάδας όμως, οι εκπρόσωποι του Ταμείου ήταν εκείνοι που διαφωνούσαν από την αρχή με την υπερβολική δόση της λιτότητας στη συνταγή. Αυτό έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τις αλλαγές που επέφερε ο Ντομινίκ Στρος-Καν, αλλά όχι μόνο. Μόλις προχθές οι Νιου Γιορκ Τάιμς αναφέρονταν στη διαμάχη ανάμεσα στις δύο ισχυρές κυρίες της παγκόσμιας οικονομίας για την αντιμετώπιση της κρίσης: την Κριστίν Λαγκάρντ, που έχει πίσω της τον Μπαράκ Ομπάμα, και την Ανγκελα Μέρκελ. Το αμερικανικό μοντέλο, με έμφαση στην ανάπτυξη, αποδεικνύεται πολύ πιο δίκαιο και αποτελεσματικό από τη γερμανική σιδηρά πειθαρχία.

Οι τεχνοκράτες επιβλήθηκαν από την Γκόλντμαν Σακς και κάνουν κακό στη δημοκρατία. Στην πραγματικότητα, η ανάληψη κυβερνητικών καθηκόντων από τον Μάριο Μόντι και τον Λουκά Παπαδήμο άλλαξε το κλίμα στην Ευρώπη. Οι δύο άνδρες, ο καθένας με τον τρόπο του, αποκατέστησαν την αξιοπιστία των χωρών τους και εργάστηκαν αθόρυβα και ουσιαστικά για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Αρκεί να προσπαθήσει να σκεφτεί κανείς πού θα βρίσκονταν σήμερα η Ιταλία και η Ελλάδα με τον Μπερλουσκόνι και τον Γ. Παπανδρέου - ή τον Φίλιππο Πετσάλνικο...

Η κρίση τελείωσε, πάμε για διακοποδάνεια. Τέτοιες ανευθυνότητες λέει μονάχα ο Σαρκοζί, στην απελπισμένη προσπάθειά του να επανεκλεγεί. Ούτε η κρίση τελείωσε ούτε η παραμονή μας στο ευρώ έχει διασφαλιστεί οριστικά. Οι μάχες μέσα κι έξω από την Ελλάδα θα είναι σκληρές, βίαιες, σχεδόν συναρπαστικές.

Σάββατο, Μάρτιος 10, 2012

Η εποχή του μετασοβιετισμού τελείωσε





Ο (πρώην, νυν και παντοτινός) πρόεδρος. Πριν από λίγα χρόνια, ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε δηλώσει πως η εξαφάνιση της Σοβιετικής Ενωσης αποτέλεσε τη μεγαλύτερη καταστροφή της Ιστορίας. Σήμερα το θέτει κάπως διαφορετικά. «Η περίοδος της επούλωσης τερματίστηκε», τόνισε πρόσφατα. «Η μετασοβιετική φάση της ρωσικής και παγκόσμιας ιστορίας έχει πλέον ολοκληρωθεί». Τι θα πάρει τη θέση της; Κανείς δεν ξέρει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Πούτιν ποντάρει στην ισχύ. Μια ισχύ ενεργειακή, που απορρέει από τους φυσικούς πόρους της χώρας. Μια ισχύ στρατιωτική, που αντανακλάται και στην απόφαση να επενδυθούν την επόμενη δεκαετία 600 δισεκατομμύρια ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων.

Οι αντίπαλοι. Αποτελεί κοινό μυστικό στους κόλπους της ρωσικής αντιπολίτευσης ότι εκτός από τον μετασοβιετισμό, που κράτησε είκοσι χρόνια, έχει κλείσει και η φάση των διαδηλώσεων, έστω κι αν εκείνη κράτησε μόλις τρεις μήνες. Ολοι είναι σίγουροι ότι στις προεδρικές εκλογές της περασμένης Κυριακής σημειώθηκε κάποιας έκτασης νοθεία. Είναι όμως επίσης σίγουροι ότι και χωρίς αυτή τη νοθεία, ο Πούτιν πάλι θα εκλεγόταν πρόεδρος. Αναζητούν λοιπόν μια στρατηγική για την επόμενη ημέρα. «Η περίοδος του ρομαντισμού και της ευφορίας έλαβε τέλος», λέει ο συγγραφέας Γκριγκόρι Σχαρτισβίλι, ένας από τους οργανωτές των διαδηλώσεων, που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Μπόρις Ακούνιν. «Ο κόσμος κατάλαβε πως όταν είσαι οπλισμένος με λευκά μπαλόνια και λευκές κορδέλες δεν μπορείς να τα βάλεις με τα ρομπότ των μονάδων καταστολής, της ΟΜΟΝ». Επιπλέον, οι ηγέτες που αναδείχθηκαν από αυτή την αντιπαράθεση δεν δείχνουν έτοιμοι να κάνουν το επόμενο βήμα. Ο Μιχαήλ Πρόχοροφ, που κλήθηκε ήδη να λάβει μέρος στην επόμενη κυβέρνηση, έχει ανάγκη το Κρεμλίνο για να κάνει τις δουλειές του. Ο νεαρός μπλόγκερ Αλεξέι Ναβάλνι μπορεί να έχει αναδειχθεί σε ήρωα της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά οι ρωσικές οικογένειες δεν αισθάνονται πολύ άνετα μαζί του. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που οι οργανωτές της σημερινής (τελευταίας;) διαδήλωσης στη Μόσχα την αφιερώνουν στον νέο ήρωα της κοινωνίας των πολιτών: τον εκλογικό παρατηρητή που δεν φοβήθηκε να καταγγείλει τη νοθεία.

Η Δύση. Απέναντι στον νέο ρωσικό εθνικισμό, που εκδηλώνεται και στην κάθετη αντίθεση της Μόσχας απέναντι σε οποιαδήποτε απειλή για στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, πώς πρέπει να κινηθούν η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες; Μία σχολή σκέψης ζητά την απομόνωση του Κρεμλίνου. Αλλά πολλοί αναλυτές, οικονομολόγοι και διανοούμενοι στη Ρωσία προειδοποιούν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό σε μια στιγμή που η μεσαία τάξη προσπαθεί να βρει τη θέση της στη ρωσική κοινωνία. «Το καλύτερο που έχετε να κάνετε», λέει στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ο επικεφαλής μιας ΜΚΟ, «είναι να χαλαρώσετε τους κανονισμούς που έχουν σχέση με τη βίζα. Γιατί μόνο ταξιδεύοντας θα ξεπεράσουν οι Ρώσοι τη σοβιετική νοοτροπία που εξακολουθεί να κυριαρχεί στην κοινωνία – και που εκμεταλλεύεται στο έπακρο ο Πούτιν και ο κύκλος του».

Παρασκευή, Μάρτιος 09, 2012

Νιου Ντιλ ή "παπανδρεοποίηση"





Στις προηγούμενες εκλογές, είχε χαρακτηρίσει τον Νικολά Σαρκοζί και τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ «υποψηφίους του κενού». Σήμερα, ο γάλλος πολιτειολόγος, δημογράφος και συγγραφέας Εμμανυέλ Τοντ διατηρεί τον ίδιο χαρακτηρισμό μόνο για τον πρώτο. Ο σαρκοζισμός, λέει στον Νουβέλ Ομπζερβατέρ, είναι τρία πράγματα. Επιβεβαίωση μιας νέας έννοιας της ανισότητας, ξένης προς τη γαλλική κουλτούρα. Χρησιμοποίηση αποδιοπομπαίων τράγων (μετανάστες, άνεργοι, νέοι) στους οποίους επιρρίπτεται η ευθύνη για την κρίση. Και πλήρης υποταγή της εξωτερικής πολιτικής, πρώτα στον Μπους και στη συνέχεια στη Μέρκελ. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σκληρή Δεξιά, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ακροδεξιά. Με άλλα λόγια, στον πρώτο γύρο αυτών των εκλογών θα υπάρχουν δύο υποψήφιοι της ακροδεξιάς, ο Σαρκοζί και η Μαρίν Λεπέν, από τους οποίους ο πρώτος υποστηρίζεται από τη Γερμανία.

Επιλέγοντας την ανισότητα, η Δεξιά αφήνει ελεύθερο το πεδίο στην Αριστερά να υπερασπιστεί την ισότητα. Με αυτή την έννοια, ο Φρανσουά Ολάντ θα είναι πράγματι – εφόσον εκλεγεί - ένας «κανονικός» πρόεδρος. Ενας πρόεδρος, επιπλέον, που θα κληθεί να διαχειριστεί και να ελέγξει την παγκοσμιοποίηση. Στη σημερινή Γαλλία, λέει ο Τοντ, το 99% του πληθυσμού βρίσκεται αντιμέτωπο με το πλούσιο 1% , ακριβώς όπως συνέβαινε τις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης. Η οικονομία πρέπει λοιπόν να αναπροσανατολιστεί προς την παραγωγή. Πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις, και γρήγορα. Ποιος θα τις κάνει; Οι ελίτ, φυσικά. Μια δημοκρατία λειτουργεί όταν ένα μέρος των ελίτ παίρνει το μέρος του λαού. Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί και τώρα. Να γιατί ένας πολιτειολόγος που έχει ταχθεί κατά της παγκοσμιοποίησης και υπέρ ενός προστατευτισμού σε ευρωπαϊκή κλίμακα ποντάρει σήμερα στον «επαναστατικό ολαντισμό».

Ο Τοντ δεν θεωρεί δεδομένη τη νίκη του Ολάντ. Ο σημερινός πρόεδρος έχει ισχυρές δυνάμεις με το μέρος του. Επιπλέον, το βάρος των ανθρώπων μεγάλης ηλικίας είναι μεγάλο: η μέση ηλικία του πληθυσμού στη Γαλλία είναι τα 40 χρόνια, στη Γερμανία τα 44. Ισως να βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σ’ένα φασισμό των γηρατειών. Ας υποθέσουμε όμως ότι ο σοσιαλιστής υποψήφιος θα κερδίσει. Την επομένη, θα τεθεί το ζήτημα των εξουσιών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ενας πρόεδρος της Αριστεράς θα πρέπει είτε να υποτάξει τις τράπεζες είτε να υποταχθεί σ’αυτές. Ο Ολάντ θα ξεκινήσει μετριοπαθώς, άλλωστε ο κύκλος του είναι πολύ μετριοπαθής. Στη συνέχεια, όμως, θα αναγκαστεί να ριζοσπαστικοποιηθεί. Αν ο Φρανσουά Μιτεράν είχε ξεκινήσει επαναστατικά (το 1981) και είχε συνεχίσει συντηρητικά (μετά το 1983), ο Ολάντ θα κάνει το αντίθετο. Θα μιμηθεί δηλαδή τον Ρούσβελτ, ο οποίος στην αρχή της θητείας του είχε αρκετά αόριστες απόψεις για την οικονομία, αλλά μετά την κρίση του 1929 έλαβε ριζοσπαστικά μέτρα (αύξηση των φόρων, έλεγχος των τραπεζών, δέσμη δημοσιονομικών κινήτρων). Νιου Ντιλ ή «παπανδρεοποίηση», αυτό είναι το δίλημμα για τον αυριανό πρόεδρο της Γαλλίας.

Πέμπτη, Μάρτιος 08, 2012

Στην Ιταλία, πάντως, κάτι κινείται





Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Μάριο Μόντι και τον Λουκά Παπαδήμο αποτέλεσε ένα γεγονός που συζητήθηκε πολύ στην Ευρώπη και σ’όλο τον κόσμο. Πολλοί το είδαν θετικά: οι πολιτικοί που - ακουσίως ή εκουσίως - παραμέρισαν οδηγούσαν χωρίς αμφιβολία τις χώρες τους στην καταστροφή. Αλλοι διέκριναν μια επικίνδυνη παραβίαση των δημοκρατικών κανόνων και της λαϊκής κυριαρχίας, καθώς οι δύο τεχνοκράτες (σίγουρα) δεν είναι εκλεγμένοι και (ενδεχομένως) επιβλήθηκαν από την Ευρώπη, δηλαδή το Βερολίνο. Δεν έλειψαν και οι πονηροί, σαν τον γάλλο δημοσιογράφο και συγγραφέα Μαρκ Ρος, που υπενθύμισαν ότι ο Μόντι, ο Παπαδήμος και ο Μάριο Ντράγκι είχαν «συνεργαστεί» στο παρελθόν με την Γκόλντμαν Σακς.

Αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η συνέχεια είναι γνωστή σε όλους: φτώχεια και γκρίνια στο εσωτερικό, πολλή δουλειά και πολύ παζάρι στο εξωτερικό. Εκεί, πρωθυπουργός και υπουργός Οικονομικών έδωσαν και εξακολουθούν να δίνουν μάχη για τη μεγαλύτερη μείωση χρέους στην ιστορία. Εδώ, ασχολιόμαστε με το πότε θα γίνουν οι εκλογές και με το ποιος ξένος πολιτικός είναι περισσότερο υπεύθυνος για τη δυστυχία μας. Η περίοδος Παπαδήμου αντιμετωπίστηκε από την αρχή ως μια αναγκαία παρένθεση, ένα αναπόφευκτο διάλειμμα που έπρεπε να λάβει τέλος όσο το δυνατόν συντομότερα. Ανυπομονούμε να στείλουμε τον καθηγητή πίσω στο Χάρβαρντ – έστω κι αν πέτυχε απόλυτα στο έργο του.

Ας δούμε τώρα τι γίνεται και στην Ιταλία, 100 ημέρες και κάτι μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Μάριο Μόντι. Ο Μπερλουσκόνι τελείωσε οριστικά. Κανείς δεν βιάζεται να γίνουν εκλογές, κάτι απολύτως φυσιολογικό αφού μόλις το 8% των ψηφοφόρων διάκειται θετικά απέναντι στα υπάρχοντα κόμματα. Αντίθετα, όλοι αναρωτιούνται τι θα συμβεί όταν έρθει η ώρα για τις εκλογές, κάποια στιγμή στις αρχές του 2013. Δημοσκόπηση που τα αποτελέσματά της δόθηκαν στη δημοσιότητα αυτή την εβδομάδα δείχνει ότι αν ιδρυθεί ένα «κόμμα τεχνοκρατών» υπό τον Μάριο Μόντι, θα καταλάβει στις εκλογές την πρώτη θέση, μαζί με το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα. Αλλά ο σημερινός πρωθυπουργός λέει ότι δεν θέλει να παραμείνει στη θέση του.

«Με την κυβέρνηση Μόντι άλλαξαν τα πάντα», λέει στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ο 37χρονος Ματέο Ρέντσι, που έθεσε υποψηφιότητα το 2009 για τη δημαρχία της Φλωρεντίας παρά την αντίθετη άποψη των βαρόνων του Δημοκρατικού Κόμματος και εξελέγη με 60%. Τώρα ζητά από τον αρχηγό του κόμματος Πιερλουίτζι Μπερσάνι να οργανώσει προκριματικές εκλογές για την ανάδειξη του υποψηφίου για την πρωθυπουργία. «Ηρθε η ώρα να μεταρρυθμίσουμε ολόκληρη τη χώρα», τονίζει, εξαπολύοντας επίθεση εναντίον των συνδικάτων, του νεποτιστικού πανεπιστημιακού συστήματος που καταστρέφει την αξιοκρατία, της κρατικής επιχορήγησης των κομμάτων, του αριθμού των βουλευτών που πρέπει να μειωθεί στο μισό και των πολιτικών που μοιάζουν με ληγμένα γιαούρτια.

Κάτι κινείται χωρίς αμφιβολία στη γειτονική χώρα. Δύσκολα μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τη δική μας.