Δευτέρα, Απριλίου 18, 2011

Οταν έκαιγαν τις κιθάρες




Ο Ζιάντ θυµάται εκείνη τη χρονιά που ήταν στο δηµοτικό και οι δάσκαλοι είχαν λάβει εντολή να κάψουν όλα τα βιβλία στα αγγλικά και σε άλλες ξένες γλώσσες. «Ηταν τροµερή εκείνη η εποχή, η δεκαετία του ‘80», διηγείται στη «Λιµπερασιόν». «Ακόµη και τα δυτικά µουσικά όργανα, ντραµς, κιθάρες, πιάνα, όλα στην πυρά! Κάθε εβδοµάδα, την ώρα της γυµναστικής, παρακολουθούσαµε παραστρατιωτικά σεµινάρια και µαθαίναµε να χειριζόµαστε Καλάσνικοφ. ∆εν ήµασταν ούτε δέκα ετών».

Η δικτατορία του Καντάφι κράτησε πάνω από σαράντα χρόνια. Και είναι δύσκολο να σκιαγραφηθεί. ∆εν έµοιαζε ούτε µε το Ιράκ του Σαντάµ Χουσεΐν ούτε µε την Αλβανία του Χότζα ή τη Βόρεια Κορέα του Κιµ ιλ Σουνγκ. Είχε πολλά κοινά στοιχεία µε τη Ρουµανία του Τσαουσέσκου. Αλλά και πάλι, εξαρτάται από την εποχή. Οι ιστορίες είναι διαφορετικές ανάλογα µε την ηλικία εκείνου που τις αφηγείται. Ο 60χρονος Αµπντελκαντέρ Καντούρα διδάσκει συνταγµατικό δίκαιο στο Πανεπιστήµιο Γκαριούν της Βεγγάζης – δηλαδή το δίκαιο άλλων χωρών, αφού η Λιβύη δεν έχει Σύνταγµα. Μετά το κύµα αµφισβήτησης στα πανεπιστήµια το 1977 και 1978, θυµάται, ο Καντάφι κλιµάκωσε την καταστολή, επιταχύνοντας τον ρυθµό της «επανάστασής» του. «Οταν συγκροτήθηκαν οι επαναστατικές επιτροπές, ζήσαµε κάτι αντίστοιχο µε την Πολιτιστική Επανάσταση της Κίνας». Ανθρωποι χωρίς καµιά εκπαίδευση, απολύτως αφοσιωµένοι στο πρόσωπο του ηγέτη, είχαν την άδεια να παρεµβαίνουν, να συλλαµβάνουν, να κάνουν τη ζωή δύσκολη σε όποιον δεν έδειχνε ζήλο για την Επανάσταση. «Ηταν µια πολιτική αστυνοµία που µε τον καιρό έγινε µια κάστα προνοµιούχων».

Ο Καντάφι διοικούσε µέσα από το κενό, συνεχίζει ο καθηγητής. «Κατέστρεψε όλους τους θεσµούς που µπορούσαν να αποτελέσουν µια αντίπαλη εξουσία: τον στρατό, τις θρησκευτικές αδελφότητες, το πανεπιστήµιο, τον επιχειρηµατικό κόσµο. Κατέλυσε τις αξίες της κοινωνίας και φρόντισε να µη µείνει όρθιο τίποτα απ’ αυτά που υπήρχαν πριν αναλάβει την εξουσία». Το 1996, χίλιοι διακόσιοι κρατούµενοι σφαγιάστηκαν όταν πνίγηκε στο αίµα µια εξέγερση στις φυλακές του Αµπού Σάλιµ. Οι οικογένειες δεν έµαθαν την αλήθεια παρά επτά χρόνια αργότερα, από τον Σαΐφ αλ-Ισλάµ, τον νεώτερο γιο του Καντάφι, που ήθελε να εµφανιστεί ως µεταρρυθµιστής. Τα ανοίγµατα που έγιναν όµως ήταν χαώδη, κι όλα συνέχισαν να περνούν από τον Καντάφι και τους γιους του. «Ολα ήταν παράλογα και πολύπλοκα», λέει ο Ζιάντ, που προσπάθησε να ανοίξει ένα κατάστηµα µε γυναικεία ρούχα. «Το καθεστώς φρόντιζε στο τέλος να µισήσεις τον εαυτό σου».

Η εµφάνιση του κινητού τηλεφώνου, το 2001, και του Internet, το 2005, άρχισε να αλλάζει τη ζωή αυτών που είχαν πρόσβαση. Σιγά σιγά, ο φόβος υποχώρησε. Οι µητέρες των εξαφανισµένων στο Αµπού Σάλιµ άρχισαν να συγκεντρώνονται κάθε Σάββατο βράδυ µπροστά στο δικαστήριο της Τρίπολης. Στέκονταν εκεί, σιωπηλές, όπως οι Μάνες της πλατείας του Μάη στην Αργεντινή. Στις 15 Φεβρουαρίου έµαθαν ότι ο δικηγόρος τους είχε συλληφθεί. ∆ύο µέρες µετά, άρχισε η εξέγερση.