Σάββατο, Απριλίου 16, 2011

Αδύνατοι έρωτες




Το 1920, ο Κάφκα είναι 37 ετών. Σ’ ένα καφέ της Πράγας γνωρίζει τη Μιλένα Γεσένσκα, δεκαεπτά χρόνια νεώτερή του, που θέλει να µεταφράσει στα τσέχικα ορισµένα έργα του. Αρχίζει ένας λογοτεχνικός διάλογος, που θα δώσει γρήγορα τη θέση του σε µια παθιασµένη αλληλογραφία. Το πάθος συνοδεύεται όµως από αγωνία και απελπισία. «Ερωτας, για µένα, είναι να είσαι το µαχαίρι µε το οποίο θα σκάψω µέσα µου», της γράφει ο συγγραφέας. Και λίγο καιρό αργότερα: «Αυτά τα γράµµατα, Μιλένα, µας τρελαίνουν. ∆εν µπορώ να κρατώ µια λαίλαπα στο δωµάτιό µου».

Ο Κάφκα άρχισε να αναζητεί γυναίκα γύρω στα τριάντα του, κι ενώ βρισκόταν σε λογοτεχνικό οργασµό. Μπορούν όµως να συνδυαστούν αυτά τα δύο; Ή το ένα πάθος ακυρώνει το άλλο; Αυτό είναι το ερώτηµα που εξετάζει το καινούργιο βιβλίο της Ζακλίν Ραούλ-Ντιβάλ µε τίτλο «Κάφκα, ο αιώνιος µνηστήρας» (Εκδ. Flammarion). Οπως γράφει ο βιβλιοκριτικός της «Μοντ», το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει φράσεις από τα ηµερολόγια και τις επιστολές του συγγραφέα, επανατοποθετώντας τες σε συγκεκριµένες περιστάσεις. Αποκτά έτσι µια συνέχεια η ύπαρξη του ανθρώπου που έγραφε το 1921 στον φίλο του Μαξ Μπροντ: «∆εν µπορώ να αγαπήσω παρά µόνο αν τοποθετήσω το αντικείµενο της αγάπης µου τόσο πιο ψηλά από µένα, ώστε να µην µπορώ να το φτάσω».

Η Φελίτσε Μπάουερ ήταν ένας από τους πιο µακροχρόνιους δεσµούς του. Πέντε χρόνια κράτησε ο έρωτας µε αυτή τη νεαρή Γερµανίδα, που είχε «πρόσωπο κοκαλιάρικο, σχεδόν αδιάφορο».Υπήρξε µια περίοδος που της έγραφε τρία γράµµατα την ηµέρα. Στο πρόσωπο που του λέει, «Ναι, θέλω να γίνω γυναίκα σου», απαντά: «Ωστε θέλεις, παρ’ όλα αυτά, να σηκώσεις αυτόν τον σταυρό, Φελίτσε, θέλεις να δοκιµάσεις το αδύνατο;». «Ναι, θα είσαι ένας καλός σύζυγος». «Κάνεις λάθος, ούτε δυο µέρες δεν θα µπορούσες να ζήσεις δίπλα µου. Είµαι ένας άβουλος άνθρωπος που σέρνεται στο χώµα, είµαι λιγοµίλητος, ακοινώνητος, κατηφής, δύστροπος, εγωιστής, υποχόνδριος. Θα άντεχες να ζήσεις τη µοναχική ζωή που κάνω; Περνώ το µεγαλύτερο µέρος του χρόνου µου κλεισµένος στο δωµάτιό µου ή περπατώ στους δρόµους ολοµόναχος. Θα άντεχες να ζεις εντελώς αποµονωµένη απότους γονείς σου, τους φίλους σου, και κάθε άλλη σχέση, αφού εγώ αδυνατώ να συλλάβω διαφορετικά την κοινή ζωή; Θέλω να σε γλιτώσω από τη δυστυχία, Φελίτσε, βγες από τον καταραµένο κύκλο όπου σ’ έκλεισα, τυφλωµένος καθώς ήµουν από τον έρωτα».

Το 1923, ο Κάφκα συναντά στη Βαλτική τον τελευταίο του έρωτα, την 20χρονη Πολωνοεβραία Ντόρα Ντιαµάντ. Μαζί της θα ζήσει στο Βερολίνο, ελπίζοντας να φύγει µια µέρα για το Τελ Αβίβ και να ανοίξει εστιατόριο. ∆εν θα προλάβει. Λίγες µέρες πριν πεθάνει σε ένα σανατόριο της Αυστρίας, στις 3 Ιουνίου 1924, γράφει στους φίλους του: «Εχετε ένα λεπτό; Θα µπορούσατε να ποτίσετε λίγο τις παιωνίες, είναι τόσο εύθραυστες…».