Παρασκευή, Απριλίου 01, 2011

Ενα δώρο στη Γουόλ Στριτ




Το όνοµά του είναι Νιλ Μπαρόφσκι. Υπήρξε γενικός επιθεωρητής του σχεδίου σωτηρίας των τραπεζών που εγκαινίασε πριν από δυόµισι χρόνια η αµερικανική κυβέρνηση. Και την περασµένη Τρίτη, τελευταία ηµέρα της θητείας του, παρουσίασε τα συµπεράσµατά του. Που προκαλούν από µελαγχολία έως οργή.

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι, «από αντικειµενική άποψη», το πρόγραµµα πέτυχε. Και είναι γεγονός ότι χάρις στο πρόγραµµα αυτό η χώρα απέφυγε τις συνέπειες µιας κατάρρευσης του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος. Οπως είναι επίσης γεγονός ότι οι τράπεζες όχι µόνο σώθηκαν, αλλά έχουν και ρεκόρ κερδών. Μόνο που τα χρήµατα – για την ακρίβεια: τα δισεκατοµµύρια δολάρια – που επέτρεψαν να γίνει αυτό δεν έπεσαν από τον ουρανό. Βγήκαν από τις τσέπες των φορολογουµένων. Η χρησιµοποίησή τους κατέστη δυνατή χάρις σ’ έναν συµβιβασµό που επιτεύχθηκε στο Κογκρέσο. Και ο συµβιβασµός εκείνος είχε περισσότερα σηµεία από τη σωτηρία των τραπεζών.

Ενα από τα σηµεία αυτά, τονίζει ο Μπαρόφσκι σε άρθρο του που δηµοσιεύτηκε στους «Νιου Γιορκ Τάιµς», ήταν ότι η βοήθεια θα επέτρεπε στις τράπεζες να στηρίξουν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που είχαν αγοράσει σπίτια µε δάνειο και δεν µπορούσαν πλέον να τα αποπληρώσουν. Για τον σκοπό αυτό, το υπουργείο Οικονοµικών αναλάµβανε τη δέσµευση να εργαστεί για την τροποποίηση των όρων των στεγαστικών δανείων. Αλλά δεν το έπραξε. Τα κολοσσιαία αυτά χρηµατικά ποσά δόθηκαν στις τράπεζες χωρίς κανέναν όρο. ∆εν τους ζητήθηκε να αυξήσουν το ποσό του δανείου, να µειώσουν το επιτόκιο ή να αυξήσουν τον χρόνο αποπληρωµής. ∆εν τους ζητήθηκε καν στην αρχή να εξηγήσουν τι θα έκαναν αυτά τα χρήµατα. Οταν υποβλήθηκε τελικά αυτό το αίτηµα, τον περασµένο Απρίλιο, οι µεγαλύτερες τράπεζες είχαν πια αποπληρώσει το χρέος τους. Και δεν είχαν πλέον κανέναν λόγο να βοηθήσουν τους απελπισµένους ιδιοκτήτες.

Το Πρόγραµµα Τροποποίησης των ∆ανείων, που ανακοινώθηκε τον Φεβρουάριο του 2009, απέτυχε παταγωδώς, συνεχίζει ο Μπαρόφσκι. Οι µόνιµες τροποποιήσεις (540.000) είναι λιγότερες από εκείνες που ακυρώθηκαν (πάνω από 800.000). Και οι κατασχέσεις πολλαπλασιάζονται. Ο υπουργός Οικονοµικών Τίµοθι Γκάιτνερ παραδέχεται ότι το πρόγραµµα δεν θα εκπληρώσει τους αρχικούς του στόχους, ότι τα κίνητρα πουδίνει δεν είναι αρκετά ισχυρά και ότι οι υπηρεσίες όπου έχουν γίνει οι υποθήκες των σπιτιών «εξακολουθούν να κάνουν µια τροµερά ανεπαρκή δουλειά». Τότε πώς το σχέδιο «αντικειµενικά» πέτυχε; Τι διαφορά έχει από ένα κανονικό δώρο προς τη Γουόλ Στριτ; Και γιατί το υπουργείο, αντί να νίπτει τας χείρας του, δεν παρεµβαίνει αποφασιστικά για να βάλει τις τράπεζες στη θέση τους;

Οι µεγάλες τράπεζες είναι σήµερα κατά 20% µεγαλύτερες απ’ ό,τι πριν από την κρίση, καταλήγει ο (πρώην) γενικός επιθεωρητής. Ελέγχουν ακόµη µεγαλύτερο τµήµα της αµερικανικής οικονοµίας. Και γνωρίζουν ότι, αν χρειαστεί, η κυβέρνηση θα τις σώσει ξανά. Με τα χρήµατα των φορολογουµένων φυσικά.