Πέμπτη, Αυγούστου 16, 2007

Οι προθέσεις του ποιήματος



«Καθώς γονάτισε στον τάφο της μητέρας και του πατέρα του/ η γεύση του άνηθου, ή του εστραγκόν/δύσκολα τα ξεχώριζε-/ γέμισε το στόμα του. Αισθάνθηκε να πνίγεται.» (Από το ποίημα «Μαζεύοντας μανιτάρια»)

Στο βιβλίο του «Ποιον αφορά η ποίηση;», που συζητείται ήδη πολύ, ο Χάρης Βλαβιανός καταθέτει με προκλητικό τρόπο τις δικές του «σκέψεις για μια τέχνη περιττή». Ποιητής καταξιωμένος ο ίδιος, θέτει τα ερωτήματα και δίνει τις απαντήσεις. Ο Εντ Χόλλαντ αντίθετα, δημοσιογράφος των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, ζήτησε να γευματίσει με τον Πωλ Μαλντούν για να λάβει απαντήσεις στα δικά του βασανιστικά ερωτήματα. Πόσο δύσκολο είναι να γράφεις ποιήματα; Πόση ώρα σου παίρνει; Γιατί εκείνος, που χαρακτηρίστηκε ο σημαντικότερος ποιητής της γενιάς του, γράφει τόσο δύσκολα για τόσο λίγους; Και τι είναι αυτή η ιστορία με τους σημερινούς ποιητές που δεν πίνουν αλκοόλ και πηγαίνουν στο γυμναστήριο; Που είναι οι βασανισμένοι φιλήδονοι, οι Ρεμπώ, οι Μπάιρον της εποχής μας;

«Αυτό που τείνουμε να ξεχνάμε είναι ότι πρέπει να μάθει κανείς πώς να διαβάζει ποίηση» λέει ο Μαλντούν, κατεβάζοντας δύο γουλιές από το μεταλλικό του νερό. «Οι περισσότεροι άνθρωποι καταφεύγουν σε πολύπλοκες αναλύσεις όταν βλέπουν μια ταινία, πώς είναι φτιαγμένη, τι θέλει να πει ο σκηνοθέτης. Το ίδιο συμβαίνει με τη μουσική, όλοι αναγνωρίζουμε ότι είναι σύνθετη, όπως αναγνωρίζουμε ότι στον κόσμο μας δεν βγάζουν όλα νόημα. Γιατί λοιπόν να είναι αλλιώς με την ποίηση; Ενα ποίημα αντανακλά την πολυδιάσπαση του κόσμου». Ο ίδιος δίνει μεγάλη σημασία στη μουσική, έχει γράψει λιμπρέτα για την όπερα, έχει φτιάξει κι ένα συγκρότημα γκάρατζ ροκ, το Rackett, αλλά δεν βρίσκουν πολύ χρόνο για να κάνουν πρόβες. Ίσως η μουσική να κρατά το κλειδί για το μέλλον της ποίησης: «Η ραπ είναι μια λογοτεχνική φόρμα, που στηρίζεται στο δίστιχο». Μπορούν και άλλοι να βοηθήσουν. Οι δημοσιογράφοι, για παράδειγμα: «Κάθε μεγάλη εφημερίδα θα έπρεπε να δημοσιεύει ένα ποίημα την ημέρα». Ή το κράτος: «Αν αύριο απαγορευόταν η ποίηση, θα προκαλούνταν αμέσως μεγάλο ενδιαφέρον γι΄ αυτήν».

Γεννημένος το 1951 στη Βόρεια Ιρλανδία, ο Μαλντούν έμεινε για πολλά χρόνια στη σκιά του Σέιμους Χίνι. Το 1987 μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες και σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Το γράψιμο δεν του παίρνει πολύ χρόνο, μια- δυο μέρες το κάθε ποίημα, καμιά δωδεκαριά ποιήματα τον χρόνο. «Δεν ξέρω τι κάνω όταν ξεκινώ να γράψω ένα ποίημα. Δεν έχω συγκεκριμένες προθέσεις. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να κατανοήσω ποιες είναι οι προθέσεις του ποιήματος, να κατανοήσω από τη μια λέξη στην άλλη τι επίδραση έχει αυτό που γράφω. Το ίδιο συμβαίνει με ό,τι και να γράφεις, ακόμη κι αν πρόκειται για ένα κομμάτι σε μια εφημερίδα». Και φυσικά, αλκοόλ και γράψιμο δεν συμβιβάζονται, αυτά είναι ξεπερασμένα.

8 Comments:

At 16/8/07 1:23 μ.μ., Blogger Tin Man said...

Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

 
At 16/8/07 1:26 μ.μ., Blogger Tin Man said...

Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

 
At 16/8/07 1:31 μ.μ., Blogger Tin Man said...

Γεννημένος το 1951 στη Βόρεια Ιρλανδία, ο Μαλντούν έμεινε για πολλά χρόνια στη σκιά του Σέιμους Χίνι..

Με τέτοια αντίληψη για την ποίηση, ο Μαλντούν δεν αξίζει να βγει από τη σκιά.

Κι επειδή έχεις ασχοληθεί με τον Χίνι και είναι από τους αγαπημένους σου ποιητές, δράττομαι της ευκαιρίας να αναδημοσιεύσω τη δική μου μετάφραση-απόδοση-διασκευή του ποιήματος του Χίνι, "Lightenings":

Στο Clonmacnoise - ο θρύλος λέει - οι μοναχοί την ώρα
που έψελναν ευλαβικά, κουνήθηκε ο τόπος,
σκοτείνιασε ο ουρανός, σηκώθηκε αέρας.

Πάνω απ’ τα κεφάλια τους, σκεπάζοντας τον ήλιο,
σταμάτησ’ ένα γέρικο ιρλανδικό καράβι,
σαν σκάλωσε η άγκυρα στις πέτρινες κολόνες,
τραντάζοντας συθέμελα τα γύρω μοναστήρια.

Από την ανεμόσκαλα κατέβηκ’ ένας ναύτης
γεροδεμένος. Έσκυψε - την τύχη βλαστημώντας -
και προσπαθούσε μάταια την άγκυρα να λύσει.

«Αυτός ο άνθρωπος, θαρρώ, μαζί μας δεν θ’ αντέξει,
κι αν δεν τον βοηθήσουμε σε λίγο θα πνιγεί»,
είπε στους άλλους ο αβάς και σώσανε τον ναύτη
που τέτοιο θαύμα στη στεριά δεν είχε ξαναδεί.

 
At 16/8/07 2:15 μ.μ., Blogger Αθήναιος said...

Σημασία δεν έχει η αντίληψή του για την ποίηση αλλά τα ποιήματά του. Δεν τον γνώριζα τον Μαλντούν θα τον αναζητήσω τώρα.

Πιστεύω ότι όταν μιλάς για τη δουλειά σου μοιραία λες βλακείες. Όπως λέει και ο Λιμπροφίλο είναι τραυματικό να διαβάζεις συνεντεύξεις συγγραφέων, ιδιαίτερα Ελλήνων.

Σας υπόσχομαι πως όταν πάρω το Νομπέλ δεν θα δώσω ούτε μία συνέντευξη κι ας με παρακαλάει ο συντάκτης της στήλης "Διαστάσεις" γονυπετής να κάνω για εκείνον μια εξαίρεση.

Υπάρχουν πολλές θεωρίες σχετικά με το αλκοόλ και τη γραφή. Ο Τσέχωφ έλεγε πως όχι μόνο δεν πρέπει να γράφεις πιωμένος αλλά πως πρέπει να γράφεις απόλυτα ήρεμος με το αίμα κρύο.

Από την άλλη, φυλλομετρώ ένα υπέροχο βιβλίο που αγόρασα για τα γενέθλια κάποιου φίλου μου. Ποιήματα του Μπωντλαίρ με μία καταπληκτική εικονογράφηση και σκέφτομαι διάφορα για τον ποιητή του γυμναστηρίου και του μεταλλικού νερού...

 
At 16/8/07 6:17 μ.μ., Blogger passer-by said...

Δε νομίζω οτι η εμπνευση βοηθιεται από τετοια πραγματα. Μπορει η καταχρηση να συμπιπτει με την εμπνευση, αλλα αυτο μαλλον ειναι αποτελεσμα των συνθηκων ζωης του ποιητη και των επιθυμιων του. Η των στερεοτυπων που κουβαλαει.Η ζωή δε βρισκεται μονο στα καταγωγια. Οποιος εχει παθος με τη ζωη και τολμαει να τη ζει μπορει να γραφει για αυτην ακομα και πινοντας χυμο σελινου.

Πιωμένος ή όχι, ο ατάλαντος θα παραμείνει ατάλαντος και το εργο του ψυχρό.

Οσο για την ποιηση, δε μπορω να πω οτι τη συμπαθω ιδιαιτερα, θεωρω πολλα ποιηματα υπερπροβλημενα.Δε φταιει το οτι ειναι δυσνοητη. Ακομα και το πιο πολυσελιδο πεζο μπορει να ειναι δυσνοητο και να μιλαει διαφορετικα στον καθενα. Η ποιηση πρεπει να αγγιξει εξαρχης καποια χορδη, δεν εχεις την πολυτελεια να το δουλεψεις στο μυαλο σου στις πρωτες σελιδες, οπως με τα πεζα κειμενα. Κι επειδη σπανια με αγγιζει απο τον πρωτο στιχο, δεν κανουμε πολυ ...παρεα.

Εχω αγορασει ομως συλλογες για δεκα σκορπιους στιχους τους. Εχω ζηλεψει στιχους. Δεν θα θελα να τους ειχα γραψει, θα θελα ομως να ειχα προσεξει το ερεθισμα που οδηγησε τον ποιητη να τους δημιουργησει.

Αυτο μου προσφερει εμενα ο ποιητης: κομματια του κοσμου που μου ειχαν διαφυγει, μεσα απο κομματια των ποιηματων του.

ΥΓ. Δεν ειμαι μεταφραστρια γαι να το στηριξω, αλλά πιστευω οτι η ποιηση χανει παρα πολυ στη μεταφραση.

 
At 17/8/07 1:40 π.μ., Blogger Μαύρο πρόβατο said...

Όσα έχω διαβάσει, δε μου είπαν τίποτε. Ο Heaney με "στέλνει" - όπως και όλους, νομίζω.

Σίγουρα έχουν σχέση οι εξαρτήσεις, οι καταχρήσεις και γενικότερα, οι αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές με την έμπνευση - αλλά όχι απαραίτητα αιτιώδη...

@Αθήναιο: Αγαπητέ, ο Baudelaire δεν πάει με ακινησία στης πόλης τα παγκάκια...

 
At 17/8/07 10:41 π.μ., Blogger nik-athenian said...

Κι εγώ δεν είμαι ένθερμος λάτρης της ποίησης, όχι γιατί την υποτιμώ αλλά απλά δεν καταλαβαίνω πολλούς από αυτούς που οι ειδικοί θαυμάζουν.
Θα σταθώ όμως στον Χάρη Βλαβιανό μιας και θεωρώ ότι μιλάει έμμετρα για όσα ζητήματα κάνουμε νοητούς συλλογισμούς. Τον θεωρώ δηλαδή εγκεφαλικό και συναισθηματικό συγχρόνως, στα πλαίσια τού ίδιου ποιήματος.
Προπάντων όμως οι λέξεις του έχουν ένα εμφανές νόημα και δεν χρειάζεσαι τους ειδικούς να σου εξηγήσουν τι ήθελε να πει ο ποιητής.
Όπως λέει κι ο ίδιος, επιδιώκει τα ποιήματά του να μένουν κατασκευαστικά ανοιχτά.
Δηλαδή να μπορεί να παρακολουθήσει ο αναγνώστης την εξέλιξη του στοχασμού και της γραφής στο ποίημα, καθώς αυτό γεννιόταν.

 
At 17/8/07 10:53 π.μ., Blogger Αθήναιος said...

Για τους flaneurs(?) των πόλεων έχω υποσχεθεί στον Λιμπροφίλο μία άλλη σειρά κειμένων ως απάντηση στην πρόσκληση για το μπλογκοπαίχνιδο όπου καλείσαι να γράψεις για τους πέντε ταξιδιωτικούς προορισμούς που σε σημάδεψαν αλλά αυτά θέλουν χρόνο. Άσε που η διαδικασία της γραφής κειμένων με αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι εξαιρετικά επώδυνη, για μένα τουλάχιστον.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home