Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2011

Οι αντιφάσεις του Βόνεγκατ




Η Λίβια Μανέρα θυμάται καλά τη συνέντευξη που πήρε από τον Κερτ Βόνεγκατ το 2003 στη Νέα Υόρκη. Ο συγγραφέας έφτασε κρατώντας ένα φάκελλο που περιείχε φωτοτυπίες των λιβέλων που είχε γράψει εναντίον της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους και είχαν δημοσιευτεί σε περιθωριακά έντυπα της Αριστεράς. «Πάρτε τα», είπε στη δημοσιογράφο της Κοριέρε ντέλα Σέρα, «είναι το καινούργιο μου βιβλίο, αλλά κανείς δεν θέλει να το εκδώσει σ’αυτή την κωλοχώρα». Απαντούσε στις ερωτήσεις καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και στο τέλος είπε στη δημοσιογράφο ότι δεν θα τον πείραζε να κοιμηθεί μαζί της. Ισως να ήταν μονάχα ένα σόου, μια κατασκευασμένη πρόκληση, αντίθετα με την οργή του για το αμερικανικό πολιτικό σύστημα που δεν ήταν καθόλου κατασκευασμένη.

Τρία χρόνια αργότερα, ο αμερικανός συγγραφέας Τσαρλς Σιλντς έστειλε ένα γράμμα στον Βόνεγκατ ζητώντας την άδειά του να γράψει τη βιογραφία του. Η απάντηση ήταν αρνητική. Ο Σιλντς δεν το `βαλε κάτω – άλλωστε είχε ήδη προχωρήσει πολύ – και η επόμενη κρούση του βρήκε θετική ανταπόκριση. Οι δύο άνδρες άρχισαν να συναντιούνται, αλλά το 2007, ύστερα από μια δίωρη συνέντευξη, ο συγγραφέας του «Σφαγείου νούμερο πέντε» μπλέχτηκε στο λουρί του σκύλου του, έπεσε από τη σκάλα και κτύπησε στο κεφάλι. Υστερα από ένα μήνα πέθανε. Η έρευνα του Σιλντς συνεχίστηκε, και τον περασμένο μήνα κυκλοφόρησε επιτέλους στις Ηνωμένες Πολιτείες η πρώτη βιογραφία του Βόνεγκατ, με τίτλο «Ετσι πάει».

Παρόλο που ο γιος του διαψεύδει ορισμένα σημεία του βιβλίου, η εικόνα που προκύπτει για τον Βόνεγκατ είναι ενός αντιφατικού ανθρώπου. Γόνος μιας πλούσιας οικογένειας που τα έχασε όλα στο κραχ του 1929, είδε τον πατέρα του να παίρνει την κατρακύλα και τη μητέρα του να αυτοκτονεί ενώ εκείνος ήταν 21 ετών. Μεγάλωσε επτά παιδιά: τρία από την πρώτη του γυναίκα, τρία από την αδελφή του που πέθανε από καρκίνο κι ένα που υιοθέτησε με τη δεύτερη γυναίκα του. Η τελευταία, η φωτογράφος Τζιλ Κρέμεντς, ήταν μια μέγαιρα που ήθελε να ελέγχει όλες του τις κινήσεις. Κι εκείνος γινόταν συχνά απόμακρος, ακόμη και ωμός απέναντι στα παιδιά του, ιδίως όταν ήθελε να υπερασπιστεί την ιδιωτικότητά του.

Αν και συμμεριζόταν τον απομονωτισμό του Τσαρλς Λίνμπεργκ, πήγε εθελοντής στον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο και έγινε ήρωας της Αριστεράς με το βιβλίο του για τον βομβαρδισμό της Δρέσδης. Αν και ειρηνιστής, επένδυσε τα χρήματά του στις μετοχές της Dow Chemical, της εταιρείας που κατασκεύασε τη βόμβα ναπάλμ. Το 1984 έκανε απόπειρα αυτοκτονίας ώστε – όπως έγραψε στο σημείωμα που άφησε - οι γυναίκες του να τσακωθούν για τη διαθήκη του χωρίς να τον έχουν στα πόδια τους. Οσο για εκείνες τις φωτοτυπίες, τελικά βρήκαν εκδότη, κυκλοφόρησαν με τον τίτλο «Ενας άνθρωπος χωρίς χώρα» και έγιναν μπεστ-σέλερ.