Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2009

Μια οδύσσεια του έρωτα





Οι Γερμανοί την αποκαλούν Sehnsucht. Οι Πορτογάλοι, saudade. Και οι Τούρκοι έχουν τη huzun, μια λέξη που συνδυάζει τη μελαγχολία με έναν αισιόδοξο τρόπο αντιμετώπισης της ζωής.

Η huzun είναι ιδιαίτερα αισθητή στο Μουσείο της αθωότητας , το τελευταίο βιβλίο του Ορχάν Παμούκ. Βοηθάει το θέμα του, ο γάμος της Σιμπέλ με τον Κεμάλ, ο οποίος λίγες ημέρες πριν παντρευτεί γνωρίζει και ερωτεύεται τη Φουσούν. Βοηθάει η κατάσταση του συγγραφέα, που ξέρει ότι η χώρα του έχει όλο και λιγότερες πιθανότητες να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και γι΄ αυτό δεν φταίνε μόνο η Μέρκελ και ο Σαρκοζί. Βοηθάει και η πόλη, η ζωντανή και συνεχώς μεταβαλλόμενη Ισταμπούλ, που στο βιβλίο αυτό δεν είναι απλώς ένας τόπος, ένα σκηνικό, αλλά μια διαστρωμάτωση πολιτισμών, το ελαστικό χωνευτήρι της ίδιας της ζωής, όπως λέει ο Κλάουντιο Μάγκρις που είχε μια συζήτηση με τον Παμούκ για λογαριασμό της Κοριέρε ντέλα Σέρα.

Για τον συγγραφέα του Δούναβη, το βιβλίο αυτό είναι μια οδύσσεια του έρωτα σε μια καταπιεστική κοινωνία. Δεν καταλαβαίνει όμως κάτι: γιατί γράφει ο Παμούκ πως την ώρα που ζει κανείς την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του δεν μπορεί να το ξέρει; «Μα επειδή δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι χειρότερο, ότι βρίσκεσαι τώρα στην κορυφή και θα αρχίσεις να κατεβαίνεις», απαντά εκείνος. Κι όμως, λέει ο Μάγκρις, η ευτυχία, όταν τη συναντάς, δεν παρέρχεται μαζί με την κατάσταση που την προκάλεσε. Η ευτυχία υπάρχει, είναι σαν να λες ότι ο Σαίξπηρ είναι ποιητής. Ή σαν τη θάλασσα, ένα άλλο πάθος που ενώνει τους δύο συγγραφείς.

Ναι, τη θάλασσα. «Αν με ρωτούσαν, “και τώρα, πώς θα ήθελες να σε σκοτώσουμε, πού θα προτιμούσες να πεθάνεις;”, θα απαντούσα “σκοτώστε με την ώρα που βρίσκομαι στη θάλασσα, την ώρα που κολυμπάω και αγκαλιάζω τον ωκεανό”», λέει ο Παμούκ. «Αγκαλιάζεις τη θάλασσα όπως αγκαλιάζεις τη μάνα σου, αυτό κάνουν ο Κεμάλ και η Φουσούν προς το τέλος του βιβλίου όταν κολυμπούν, κι αυτό νομίζω πως είναι η ευτυχία». Ίσως, απαντά ο Μάγκρις. Αλλά η ευτυχία δεν βρίσκεται πάντα στην υπέρβαση, μερικές φορές συναντάται και σε κανονικές καταστάσεις, η Σιμπέλ είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο γοητευτική από τη Φουσούν.

Η ευτυχία του Παμούκ, πάλι, είναι να συζητά για έρωτα, για πάθη και για τη θάλασσα, και όχι μόνο για τη μάχη ανάμεσα στους ισλαμιστές και τους λαϊκούς. «Δεν είμαι, ούτε θέλω να είμαι, ένας πολιτικός συγγραφέας. Στους δημοσιογράφους που μου ζητούν να μιλήσουμε για τέτοια πράγματα, απαντώ ότι οι πολιτικές τους ερωτήσεις είναι η μεγαλύτερη τιμωρία που μου έχει επιβάλει η τουρκική κυβέρνηση».

4 Comments:

At 16/11/09 12:53 μ.μ., Blogger airgood@gmail.com said...

Πόσες είναι οι κορφές,
μία ή πολλές;

 
At 16/11/09 1:12 μ.μ., Blogger airgood@gmail.com said...

... η θάλασσα απτόν Παμούκ χρησιμοποιείται μεταφορικά και είναι ο ωκεανός της αλήθειας όπου λιώνει σαν το άλας της γης.
Υποθέτω ότι η τούμπα μεταφορικού λόγου και κυριολεξίας αναδεικνύει την κρυπτογραφία περί δικαίου ή αδίκου, ωστόσο μακάριοι όσοι τον φόβον αυτών μη φοβηθείται.

 
At 16/11/09 3:50 μ.μ., Blogger postbabylon said...

Mou arese h anafora twn leksewn sehnsucht, saudade kai huzun. Kai oi treis exoun mesa kai ena allo sthxeio pou den anaferes: th nostalgia

 
At 17/11/09 9:12 μ.μ., Blogger oneinchman said...

«Αν με ρωτούσαν, “και τώρα, πώς θα ήθελες να σε σκοτώσουμε, πού θα προτιμούσες να πεθάνεις;”, θα απαντούσα “σκοτώστε με την ώρα που βρίσκομαι στη θάλασσα, την ώρα που κολυμπάω και αγκαλιάζω τον ωκεανό”», λέει ο Παμούκ.
Υπέροχο.
Όταν έφτασε η νέα σουβλιά του πόνου,(...) μόλις που την κατάλαβε. Κολυμπούσε συγκεντρωμένος, με καλό ρυθμό και γεωμετρική ακρίβεια, σε μια ευθεία γραμμή που έκοβε σε δύο ίδια μισά το ημικύκλιο του κολπίσκου. Αισθάνθηκε στο στόμα, μαζί με τη γεύση του αλατιού, το χαλκό του νομίσματος για το Χάροντα. Αναρωτήθηκε τι να υπήρχε μετά τις τριακόσιες απλωτές. (Από βιβλίο που διάβασα πρόσφατα)

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home