Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007

Χρόνια πολλά Γκάμπο!



«Είμαι ένας άνθρωπος μοναχικός και δυστυχισμένος. Αντίθετα με αυτό που πολλοί πιστεύουν, πρόκειται για χαρακτηριστικά πολύ συνηθισμένα στην Καραϊβική». Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Ο «Γκάμπο» γίνεται σήμερα 80 ετών. Και ο τίτλος που θα μπορούσε να δοθεί στο βιβλίο της ζωής του είναι μια παράφραση του πιο γνωστού του μυθιστορήματος: «Ογδόντα χρόνια μοναξιάς». Τα πρώτα του κείμενα τα έγραψε στα διαλείμματα της δουλειάς του στις κολομβιανές εφημερίδες El Universal και El Espectador, και η φασαρία που επικρατούσε στα δημοσιογραφικά γραφεία δεν επηρέαζε ούτε στο ελάχιστο την αίσθηση μοναξιάς που τον διακατείχε. Η μοναξιά δεν τον άφησε ποτέ, τον συνόδευε ακόμη κι όταν έπαιρνε το ένα βραβείο μετά το άλλο, ακόμη κι όταν μιλούσε με τον έναν ηγέτη μετά τον άλλο, τον Φελίπε Γκονθάλεθ, τον Ρικάρντο Λάγος, τον Μπιλ Κλίντον, τον Ντανιέλ Ορτέγκα και, φυσικά, τον Φιντέλ Κάστρο. Μόνο τον Αθνάρ δεν δέχθηκε ποτέ να συναντήσει. «Αυτός ο τύπος δεν με ενδιαφέρει καθόλου», είπε στον δημοσιογράφο Χουάν Λουίς Θεμπριάν, όταν ο τελευταίος του πρότεινε μια μέρα να φάνε μαζί με τον τότε πρωθυπουργό.

Με τον Κάστρο τον συνέδεε πάντα μια βαθιά φιλία. Κι όσοι τον επέκριναν γι'αυτό, γράφει ο Θεμπριάν στην Ελ Παΐς, δεν καταλαβαίνουν τη σημασία της φιλίας σ' αυτούς τους φλογερούς λατινοαμερικάνικους τόπους και ξεχνούν το επαναστατικό πάθος που πλημμύριζε τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία στη δεκαετία του '60. Για τους νέους εκείνης της εποχής, η κουβανέζικη επανάσταση ήταν ένα από τα λίγα πράγματα στα οποία μπορούσαν να πιστεύουν. «Πίστευα πάντα ότι πρέπει να αναζητήσουμε ένα λατινοαμερικάνικο δρόμο, και ο Φιντέλ ήταν πρωτοπόρος σε αυτό», λέει ο Μάρκες. «Επιπλέον, ανέπτυξα μια προσωπική φιλία μαζί του που ξεφεύγει από την πολιτική». Γι' αυτούς τους φίλους, άλλωστε, έγραφε πάντα ο μεγάλος Κολομβιανός. Σ' αυτούς οφείλει το γεγονός ότι μπόρεσε να τρυπήσει το τείχος της μοναξιάς του. Στους καλούς φίλους, με τους οποίους διατηρεί μια σχεδόν μαφιόζικη σχέση: «Από εδώ οι φίλοι μου, από εκεί ο υπόλοιπος κόσμος, με τον οποίο έχω πολύ μικρή επαφή».

Κλείνοντας τα ογδόντα του χρόνια, ο Γκάμπο μπορεί να ισχυριστεί ότι πέρασε με επιτυχία τις δύο πιο σοβαρές δοκιμασίες της ζωής του. Η πρώτη ήταν μια αρρώστια ύπουλη και επίμονη, την οποία νίκησε, με τίμημα όμως σοβαρούς περιορισμούς στο μοναδικό πράγμα που τον ενδιαφέρει εξίσου, ή και περισσότερο, από την κουβέντα: το φαγητό. Η δεύτερη ήταν το βραβείο Νόμπελ, που του απονεμήθηκε σχετικά νωρίς, το 1982. «Όποιος παίρνει το Νόμπελ γρήγορα πεθαίνει», έλεγε η μητέρα του, που δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα. Όμως εκείνος κατάφερε όχι μόνο να ζήσει, αλλά και να συνεχίσει να γράφει. Το χρωστάει στο πείσμα του, στον έρωτά του για τη ζωή, και στον έρωτά του για τη γυναίκα του, τη Μερσέντες Μπάρτσα ή «Γκάμπα», που τον συντροφεύει από τα χρόνια της εφηβείας του. Να είναι καλά και οι δύο.

8 Comments:

At 6/3/07 2:34 μ.μ., Blogger Αθήναιος said...

«Από εδώ οι φίλοι μου, από εκεί ο υπόλοιπος κόσμος, με τον οποίο έχω πολύ μικρή επαφή».

Νιώθω λίγο Μαρκές. :-Ρ Όταν τ έγραψα κάτι τέτοιο για τους φίλους μου στις "about me" σελίδες του μπλογκ μου δεν ήξερα ότι το ίδιο έχει δηλώσει και εκείνος. Σκέφτομαι μήπως πρέπει να το βάλω με bold.

Ξέρεις, απο το προηγούμενό σου άρθρο για τον Μαρκές ( για το Μακόντο συγκεκριμένα), λίγες μέρες μετά, έγινε μια συζήτηση στο μπλογκ του Πάνου για τα μπλογκ που γίνονται βιβλία και γιατί κάποιος μπλόγκερ αποφασίζει να εκδόσει το βιβλίο του ( συνήθως δεν το αποφασίζει αυτός αλλά λέμε τώρα...).

Την ίδια μέρα ή μία μέρα πριν, ο κ.Πετεφρής είχε γράψει πως όποιος βλέπει έστω και μία σελίδα που έχει γράψει ο ίδιος τυπωμένη, δέχεται να την ανταλλάξει με 40 χρόνια ευτυχίας. Στη συζήτηση στο μπλογκ του Πάνου λοιπόν, έγραψα πως ακόμη κι αν ο διάβολος μου έταζε να γίνω ο Μαρκές της Ελλάδος, με εξασφαλισμένη την επιτυχία και την υστεροφημία, θα το αρνιόμουν αν αντ'αυτού μπορούσε να μου εξασφαλίσει έστω κι ένα εξάμηνο πραγματικά ανέμελου βίου, με την καρδιά εντελώς ελαφριά. Έξι μήνες θα μου έφταναν όχι το ασύλληπτο χρονικό μέγεθος των "40 χρόνων ευτυχίας!"

Θέλω να πω πως βιβλία σαν κι αυτό, που τα κουβαλάς στην καρδιά ες αεί, μου θυμίζουν αυτό που έχει πει ο Χάβελ: "Η ζωή παραμένει το πιο συναρπαστικό μυθιστόρημα". Προτιμώ να ζήσω παρά να γράψω κι αυτό το λέει μια ψωνάρα το μέγεθος της οποίας το έχετε όλοι σας αντιληφθεί και διατί να το κρύψωμεν άλλως τε.

Εξάλλου ο Μάρκες έχει ήδη γίνει μυθικός.

 
At 7/3/07 8:20 π.μ., Blogger Μιχάλης Μητσός said...

Είδες, Αθήναιε, αν δεν είσαι λίγο δηκτικός και προκλητικός, δεν τσιμπάει κανένας. Δεν πειράζει. Κι η μοναξιά είναι καλή παρέα.

 
At 7/3/07 10:28 π.μ., Blogger Αθήναιος said...

Υπάρχουν ως γνωστόν πολλά είδη αρθρογραφίας. Η πολιτική, η φιλοσοφική, οι καταθέσεις ψυχής κλπ. Υπάρχει κι ένα είδος που εγώ ονομάζω "αρθρογραφία που στοχάζεται" , να την πω "στοχαστική αρθρογραφία" δεν ξέρω αν είναι δόκιμος όρος στη γλώσσα, όχι εννοιολογικώς.

Αυτού του είδους η δημοσιογραφία ήταν παλαιότερα της μόδας και λίγο πολύ συνίστατο στην καταγραφή κάποιων σκέψεων ως περιγραφή μιας εντύπωσης από τον κόσμο. Το ξέρω γιατί επειδή ήμουν λίγο αταχτούλης, ο μπαμπάς μου για να βρει την ησυχία του από μένα που του γινόμουν απίστευτο τσιμπούρι, μ'εβαζε κάθε πρωί και του διάβαζα τ'αγαπημένα του άρθρα από την "Καθημερινή", ψιλοσυλλαβίζοντας αλλά πάντως τα διάβαζα.

Για πολλά χρόνια λοιπόν η λέξη αρθρογραφία έφερνε στο μυαλό μου αυτό το στυλ της γραφής.

Εσύ τό'χεις μεν εκσυγχρονίσει ( τα ερεθίσματα που δεχόμαστε σήμερα
είναι πολλαπλάσια) αλλά ο στοχασμός, φίλε μου Μιχάλη, παραμένει μια παλαιομοδίτικη στάση όχι ιδιαίτερα δημοφιλής ακόμη κι αν καταπιάνεται με τα πιασιάρικα θέματα της επικαιρότητας. Ο στοχασμός είναι μια μοναχική υπόθεση, πράγματι.

Αποτελεί αξιοθαύμαστο γεγονός το ότι μπορείς και το υπηρετείς αυτό το είδος κάθε μέρα. Είναι γνωστό πως στη μουσική το vibrado βγαίνει εύκολα από μεγάλα σε μέγεθος έγχορδα. Θέλει κάποια μαστοριά να βγάλεις vibrado από βιολί για παράδειγμα ή από ένα... κείμενο 500 λέξεων κι όχι μεγαλύτερο. :-)

Ελπίζω τώρα μην πεταχτεί κανείς και διαγνώσει σε μένα μια μανία ή ψυχωσική εμμονή με τη στήλη, έτσι; ;-)

 
At 7/3/07 10:34 π.μ., Blogger doh said...

Έστω κ καθυστερημένα προτού "εκπνεύσει" το "χρόνια πολλά Γκάμπο"
να δηλώσω κ εγώ τη παρουσία μου για να μη θεωρηθεί ότι τσιμπάμε μόνο όταν
γίνεται σούσουρο ή όταν επικρατεί ένταση.Αλλά να, είναι που δε μπορούμε να τα προκάνουμε πάντα όλα

φαντάζομαι άλλωστε τον Μιχάλη να γράφει όπως ο Γκάμπο, στα διαλείμματα της δουλειάς του, εκεί στα φασαριόζικα δημοσιογραφικά γραφεία αντίστοιχα κείμενα όπως αυτός..

ελπίζω ότι δε σας χαλάω τη μοναξιά...καλημέρα

 
At 7/3/07 2:18 μ.μ., Blogger Μαύρο πρόβατο said...

:-))
Διάβαζα οτι όταν ο Μαρκές ξεκίνησε να γράφει τα "100 χρόνια", κλείστηκε στο σπίτι του στο Μεξικό με μπόλικο χαρτί και τσιγάρα, και παράγγειλε στη Μερσέντες να μην τον ενοχλήσει για καμμία ταπεινή υπόθεση - για το σπίτι κτλ.
Επανήλθε στην κανονική ζωή, ύστερα από 18 μήνες.
Πίσω από έναν μεγάλο άνδρα κτλ...

Να ζήσουν λοιπόν, ευτυχισμένοι!

 
At 9/3/07 9:14 π.μ., Blogger Solaris_ said...

επειδή σας βλέπω λιγάκι ΓκαμπριελΓκαρσίαΜαρκικούς, σας στέλνω το λίν (εαν δεν το έχετε ήδη, βεβαίως του Δημοσιογράφικού Οργανισμού του στην Καρταχένα.

http://www.fnpi.org

Τώρα έχουν ψηφοφορία μέσω μπλόγκ για τους καλύτερους νέους συγγραφείς της Λατινοαμέρικα. Αθήναιε, εαν δν καταφέρεις να ανταλλάξεις την φήμη κλπ με εκείνα τα χρόνια που θες, "πάενε ψήφα":)

κάτι πάντως πήρε το αυτάκι μου οτι ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει η συνέχεια της αυτοφιογραφίας του.

τα σέβη μου.

Ερέντιρα

 
At 9/3/07 9:20 π.μ., Blogger Solaris_ said...

Οταν τελείωσε το χειρόγραφο και έπρεπε να το στείλει στον εκδότη, τα λεφτά που ειχαν για να αγοράσουν τα απαραίτητα γραμματόσημα έφταναν μόνο για περίπου 100 σελίδες οπότε η Μερσέδες πούλησε το μπιστολάκι για τα μαλλιά και με τα υπόλοιπα συμπλήρωσε τα λεφτά και έστειλε το φάκελο. Μέχρι και ο χασάπης τους έδινε τζάμπα κρέας, γιατί ένιωθε οτι αυτός ο άνθρωπος έπρεπε να βοηθηθεί.
Κάποτε πολύ εύστοχα είπε οτι εαν δεν είχε πεινάσει τόσο, ίσως να μην είχε γράψει και έτσι.

χχ

 
At 28/8/08 1:36 π.μ., Blogger Kleon Gelastos said...

(στην κυρία Ρωρερκάρ)

Τι περιμένεις για να 'ρθείς κοντά μου;
Τι άλλο αν σου 'λεγα γλυκιά μου ωραία
θα είχα την εξαίσια σου παρέα;
Τρέμοντας σε καλούν τα ποιήματά μου'

τρελά ποθώντας σε στέκω εδώ χάμου'
στων δυο ματιών σου καίγομαι τη θέα' κάθε που θέλει φέξει ημέρα νέα
και πιο βαθιά πληγώνεις την καρδιά μου.

Τι καρτερείς κοντά μου για να έρθεις;
Στραβό τι κάνω κι είσαι αλάργα ακόμα:
Τα βήματά μου δες-δεν είναι μέθης;

Και ξέρεις πως δεν πίνω άλλο πιόμα
παρά, κοντά μου κάποτε που εβρέθης
τα λόγια που 'βγαν απ' το θείο σου στόμα.

Γιιώργης Χολιαστός

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home