Πέμπτη, Φεβρουαρίου 01, 2007

Το παιχνίδι των παιδιών



To Πανεπιστήμιο της Aix-en Provence ανακήρυξε αυτή την εβδομάδα τον Αντόνιο
Ταμπούκι επίτιμο διδάκτορα. Και ο Ιταλός συγγραφέας εκφώνησε μια ομιλία με τίτλο «Εγκώμιο της λογοτεχνίας».

Γιατί γράφουμε; Το αναπόφευκτο αυτό ερώτημα επιστρέφει συνεχώς, όσο κι αν θέλεις να το αποφύγεις, όπως εκείνες οι ευσεβείς κυρίες που είναι αφοσιωμένες στην κατήχηση και κάθε Κυριακή κτυπούν αμείλικτα την πόρτα σου. Όμως ακόμη και η πιο ριζοσπαστική απάντηση όπως εκείνη που είχε δώσει ο Μπέκετ («γιατί δεν είμαι καλός σε τίποτα άλλο») είναι προφανώς ανεπαρκής και εμπνέεται από μια σεμνότητα και έναν αυτοσαρκασμό που δεν λύνουν το πρόβλημα. Γνωρίζω δεκάδες ανθρώπους που δεν είναι «καλοί σε τίποτα άλλο», και παρά ταύτα δεν έχουν γράψει στη ζωή τους ούτε μια γραμμή. Οι άλλες πιθανές απαντήσεις είναι όλες σεβαστές, αν και στην πραγματικότητα καμιά δεν είναι. Γράφουμε επειδή φοβόμαστε τον θάνατο; Είναι πιθανό. Ή μήπως γράφουμε επειδή φοβόμαστε τη ζωή; Κι αυτό είναι πιθανό. Γράφουμε επειδή νοσταλγούμε την παιδική μας ηλικία; Επειδή ο χρόνος πέρασε πολύ γρήγορα;

Επειδή ο χρόνος περνά πολύ γρήγορα και θέλουμε να τον σταματήσουμε; Γράφουμε από θλίψη επειδή θα θέλαμε να έχουμε κάνει κάτι και δεν το κάναμε; Γράφουμε από τύψεις επειδή δεν θα θέλαμε να έχουμε κάνει κάτι και παρά ταύτα το κάναμε; Γράφουμε επειδή βρισκόμαστε εδώ, αλλά θα θέλαμε να βρισκόμαστε εκεί; Γράφουμε επειδή πήγαμε εκεί αλλά στην πραγματικότητα θα θέλαμε να έχουμε μείνει εδώ; Γράφουμε επειδή θα θέλαμε να είμαστε ταυτόχρονα εδώ που έχουμε φτάσει και εκεί όπου βρισκόμασταν νωρίτερα; Γράφουμε επειδή, όπως λέει ο Μπωντλαίρ, «η ζωή είναι ένα νοσοκομείο όπου όλοι οι ασθενείς θα ήθελαν να αλλάξουν κρεβάτι. Ο ένας θα προτιμούσε να υποφέρει δίπλα στο καλοριφέρ, ο άλλος είναι πεισμένος ότι δίπλα στο παράθυρο θα θεραπευόταν»;

Ή μήπως γράφουμε για παιχνίδι; Όχι όμως το καθαρό παιχνίδι, όπως διακήρυσσε άλλοτε η αβανγκάρντ στην Ιταλία και αλλού, όχι το παιχνίδι που παίζουν οι ταχυδακτυλουργοί της Κυριακής, αλλά ένα παιχνίδι που μοιάζει μ'εκείνο των παιδιών. Ένα παιχνίδι τρομερής σοβαρότητας. Γιατί όταν παίζει ένα παιδί, τα βάζει όλα στο παιχνίδι. Παίρνει ένα πετραδάκι, κάθεται στο κατώφλι του σπιτιού του και, ενώ πέφτει το βράδυ, ακουμπά το πετραδάκι στην παλάμη του χεριού του και λέει πως αυτό το πετραδάκι είναι ο κόσμος. Προσοχή: δεν το σκέφτεται μονάχα, το λέει κιόλας, γιατί μονάχα αν το πει τα μάγια γίνονται πραγματικότητα και το πετραδάκι γίνεται ο κόσμος. Και το παιδί ξέρει ότι αν αυτό το πετραδάκι πέσει κάτω, ο κόσμος θα καταρρεύσει, τα άστρα θα τρελαθούν και θα έλθει το χάος. Με άλλα λόγια, κρατά στα χέρια του τις τύχες του κόσμου. Μέχρι τη στιγμή που θα φανεί στην πόρτα ο μπαμπάς του χαμογελώντας, το φαγητό είναι έτοιμο, κάνει κρύο, αύριο έχει σχολείο, πρέπει επιτέλους να μαζευτεί.

18 Comments:

At 1/2/07 2:11 μ.μ., Blogger Αθήναιος said...

Απογοητευτικός ο λόγος του. Κάτι πιο φρέσκο δεν μπορούσε να πει; Τα έχουμε ακούσει αυτά άπειρες φορές. Οι περισσότεροι γράφουν γιατί οι κοινωνίες, ακόμη και οι πλέον άμουσες, αποθεώνουν τη γραφή και τους συγγραφείς. Είναι ωραίο να γράφεις. Ακόμη πιο ωραίο είναι να αρέσουν αυτά που γράφεις αλλά το καλύτερο όλων είναι να έχεις μια εποπτεία της γραπτής πνευματικής παραγωγής ώστε να είσαι σε θέση να αποτιμάς και τη δική σου ενασχόληση με αυτή.

Άκου γιατί γράφουμε. Μουσική γιατί ακούμε αλήθεια;

 
At 1/2/07 3:52 μ.μ., Blogger oistros said...

Υπάρχει ωστόσο ένα καταπληκτικό απόσπασμα στο βιβλίο του Ταμπούκι με θέμα "Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα". Ο Πορτογάλος ποιητής βρίσκεται ετοιμοθάνατος σε ένα νοσοκομείο και ο Ταμπούκι σε μία εξαίρετη μυθιστορία στέλνει όλα τα "ετερώνυμα" του να τον αποχαιρετήσουν. Ανάμεσά τους καταφθάνει και ο Μπερνάντο Σοάρες (ο υποτιθέμενος συγγραφέας του βιβλίου της ανησυχίας). Συζητά συγκινημένος με τον ετοιμοθάνατο "άλλο του εαυτό" γιατί έγραφε στίχους και για ποιούς. Kαι αφηγείται (ο Σοάρες στον Πεσσόα) ότι κάποτε έμαθε σε έναν παπαγάλο στίχους του κατάκοιτου πλέον ποιητή και το πτηνό τους αποστήθισε πλήρως.
"Είναι αστείο, αναφωνεί τότε ο Πεσσόα. Εγώ έγραφα για τους ανθρώπους το κόσμου-τώρα το ξέρω- και τελικά μόνο ένας παπαγάλος αποστήθισε εύκολα τους στίχους μου"

 
At 1/2/07 3:55 μ.μ., Blogger rockerblogger said...

Μιχάλη, εσύ γιατί γράφεις;

ΥΓ
Αθήναιε, ο Μιχάλης γράφει, εσύ μαγειρεύεις, κι εγώ μουσικολογώ!
Έκαστος στο είδος του, για να είμαστε πάντα φίλοι, ναι ;
:))))))

 
At 1/2/07 4:24 μ.μ., Blogger Μιχάλης Μητσός said...

Με απογοητεύεις, Αθήναιε. Το απόσπασμα για το παιδί με το πετραδάκι με κατασυγκίνησε. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, η ομιλία του Ταμπούκι είναι πολύ μεγαλύτερη, μην τον κρίνεις από αυτά που μετέφρασα.
Oistros, υπέροχο.
Ροκερμπλόγκερ, το αναρωτιέμαι κι εγώ συνεχώς.

 
At 1/2/07 6:15 μ.μ., Blogger doh said...

Εξαιρετικό

εμένα το παιδί με το πετραδάκι μου θύμισε "το κορίτσι με τα σπίρτα"

καθώς κ το κορυφαίο(ένα μουσικό ποίημα με "τονικές αλλοιώσεις") "όταν σου λέω πορτοκάλι, να βγαίνεις"....."Γυρίζω μες στο σπίτι μόνος μου,
οι γέροι μου δεν είν’ εδώ.
Ανοίγω τη ντουλάπα και μέσα στο καθρέφτη
βλέπω ένα παιδί να μου γελάει και να μου λέει:
«- Εμένα μ’ έχουν βάλει τιμωρία.
Όμως, κάθε φορά που θέλεις να ‘ρχεσαι από ‘δω,
απ’ το γυαλί να μπαινοβγαίνεις.
Εμένα δε με βλέπουνε,
κι, όταν σου λέω πορτοκάλι τρεις φορές, να βγαίνεις.

Γυρίζω μες στο σπίτι μόνος μου.»

 
At 1/2/07 8:16 μ.μ., Blogger Πάνος said...

Γράφουμε, γιατί το γράψιμο είναι καύλα!

Τελεία και παύλα!

 
At 1/2/07 9:15 μ.μ., Blogger rockerblogger said...

Πάνο!!!

KAI έμμετροι στίχοι ΚΑΙ ομοιοκατάληκτοι, ρε θηρίο!!!

(και γαμώ τη ρίμα, ε;)

 
At 2/2/07 1:26 π.μ., Blogger Μαύρο πρόβατο said...

Μπράβο!
Καταπληκτικό το σημερινό - όπως και ο Ταμπούκι.

 
At 2/2/07 7:09 π.μ., Blogger Αθήναιος said...

Γιατί απογοητεύτηκες Μιχάλη; Τη σχέση γραψίματος και αναγνώστη για μένα την περιέγραψε εκπληκτικά ο εμπειριστής George Berkeley ("To exist is to be perceived", σε αυτόν ανήκει η περίφημη αυτή ρήση). Έλεγε εκείνος λοιπόν πως η γεύση του μήλου δεν βρίσκεται ούτε στο ίδιο το μήλο--το μήλο δεν μπορεί να γευτεί τον εαυτό του-- ούτε στο στόμα αυτού που το τρώει. Η γεύση βρίσκεται στην επαφή αυτών των δύο.

Λέμε ότι γράφουμε κι όμως αν πιστέψουμε τον Berkeley ( γιατί ποιοι είμαστε εμείς για να μην πιστέψουμε έναν από τους μεγαλύτερους εμπειριστές φιλοσόφους), ένα βιβλίο που έχει γράψει κάποιος για τους λόγους που εμμένουμε να διερευνούμε ( ασκόπως κατ'εμέ) είναι ένα αντικείμενο, ένα σύνολο νεκρών σημείων. Κι έπειτα εμφανίζεται ο σωστός αναγνώστης και οι λέξεις ζωνταντεύουν και αποκτούν νόημα. Αν όμως ο αναγνώστης δεν βρεθεί ποτέ τότε το βιβλίο παραμένει νεκρό μαζί με την αυτοαναφορική συζήτηση για του τί γράφουμε.

Μπορούσα όλο αυτό να το πω και πιο ποιητικά, με τέσσερις στίχους του Robert Browning που εξηγεί μοναδικά το πόσο πλασματική είναι η βεβαιότητα της συνεχούς αυτοαναφορικότητας αλλά δεν έχω διάθεση. Έπεσα σε λάτρεις του Καμπούκι, σιγά μην εκτιμήσετε το υψηλό ποιητικό λόγο του Browining (σας πειράζω, εννοείται).

 
At 2/2/07 7:17 π.μ., Blogger Αθήναιος said...

Αργκκκκκ πρωί-πρωί! Ντροπή για τον Μπέρκλεϋ που τον επικαλούμαι κιόλας. Έβγαλα τα μάτια στη μετάφραση του μότο του από τα λατινικά! Esse is percipi μεταφράζεται "Το be is to be perceived" και όχι "Τo exist is to be perceived". Άλλο το "υπάρχω" και άλλο το "είμαι" για τους εμπειρικούς φιλοσόφους.

Αμ καλά λέει ο rockerblogger ότι μαγειρεύω και δεν ότι πρέπει ν'ανακατεύομαι στις δουλειές των άλλων. Δεν κάθομαι στην κουζίνα μου καλύτερα.

 
At 2/2/07 7:33 π.μ., Blogger Μαύρο πρόβατο said...

Αθήναιε, ο επίσκοπος ακούγεται αφελής μετά την κβαντική μηχανική (με την οποία καταλάβαμε οτι συνήθως, το να υπάρχει κάτι σημαίνει να μη γίνει αντιληπτό/να μην αλληλεπιδράσει με το περιβάλλον).

Στην περίπτωση του γράφειν, τα πράγματα μπλέκονται περισσότερο. Γιατί, άλλο ο συγγραφέας κι ο αναγνώστης ως ρόλοι (και πόλοι) του "ερμηνευτικού τόξου" της επικοινωνίας, άλλο ο αναγνώστης ως αφηρημένο ον ("μέσος αναγνώστης"), άλλο ο συγκεκριμένος παραλήπτης ενός μηνύματος. Το ζήτημα εδώ δεν είναι τόσο αν γράφει κανείς για τον "δεύτερο", ή τον "τρίτο", αναγνώστη, καθώς γράφει "για" τον πρώτο. Το ζήτημα είναι ποιός γράφει.
Ο Ταμπούκι απαντάει σ'αυτό, αριστουργηματικά.

 
At 2/2/07 8:08 π.μ., Blogger Αθήναιος said...

Ωραίο σχόλιο, Μαύρο Πρόβατο.

Ο επίσκοπος είχε και για την εποχή του μια χαλαρή λογική αλληλουχία στη σκέψη του γιατί ήταν ιδεαλιστής, παρ'όλα αυτά όμως, για τη συζήτησή μας, βρίσκω εξαιρετικά χρήσιμη την παρατήρησή του για το μήλο και αυτό, γιατί πιστεύω ότι το ερώτημα "γιατί γράφω" αφορά μια εφηβική φάση" αυτής της ενασχόλησης. Όπως κάθε τρεις και λιγάκι βλέπεις στα μπλογκ κάτι ποστ που σου έρχεται να κόψεις τις φλέβες σου " Γιατί μπλογκάρω". Τα διαβάζω και σκέφτομαι "Γιατί έτσι γουστάρω".

Το ερώτημα "γιατί γράφω" όπως έχει πει και ο τρισμέγιστος Μπόρχες είναι λίγο "ύποπτο". Υπονοεί ότι κρύβεται κάτι σημαντικό σε αυτή την ενασχόληση που έχει να κάνει με την επάρκεια του γράφοντος κι όχι του έργου. Ναι κρύβεται, είναι η γραφή εξαιρετικά σημαντική, όμως αποκτά γεύση μόνον όταν υπάρξει κάποιος που θα τη βάλει στο στόμα του.

Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω. Είναι κάτι σαν post hoc reasoning η ερώτηση "γιατί γράφω". Αρχίζεις να το αναρρωτιέσαι ΑΦΟΥ διαπιστώσεις πως κάποιος διαβάζει αυτά που γράφεις. Είναι σαν τον έρωτα, δεν ερωτεύεσαι μόνος σου ( πω πω σαν νεο-ορθόδοξος μιλάω τώρα....)

Υ.Γ. Ευχαριστώ για την κομψή διόρθωση, εκτιμώ πολύ τις κομψές συμπεριφορές στη συζήτηση ίσως γιατί τις περισσότερες φορές με καταλαμβάνει το πάθος της εκφοράς του λόγου, με αποτέλεσμα συχνά να γίνομαι απότομος και χοντροκομμένος.

 
At 2/2/07 8:42 π.μ., Blogger Αθήναιος said...

Επανέρχομαι γιατί σκεφτόμουν τη συζήτηση όσην ώρα ετοιμαζόμουν για να φύγω. Από την άλλη, τί άλλο να τους πει ο άνθρωπος σε μια τέτοια ομιλία; Θα πίστεψε ( και μάλλον σωστά) ότι όσοι μαζεύτηκαν εκεί θα περίμεναν ν'ακούσουν κάτι τέτοιο από ένα γνωστό συγγραφέα, θ'αναρρωτιούνται γιατί γράφει.

Ο Μάνος Χατζιδάκις διηγούνταν ένα ωραίο ανέκδοτο για τους νέους και τις νέες που πλησίαζαν την παρέα του στου Ζόναρς και το Μπραζίλιαν ( έτσι δεν το έλεγαν τότε το καφέ δίπλα στο Παλλάς;;) για να μάθουν γιατί γράφουν μουσική αυτός, ποίηση ο Γκάτσος κλπ. Έρχονταν τα καημένα μ'ενα δέος στα μάτια κι άκουγαν τον Γκάτσο να μιλάει για τη χυλόπιτα που είχε φάει από κάποια γκόμενα και μας να τον παρηγορούμε". :-)

Υ.Γ. Γιαυτό κι εγώ σπανίως εμφανίζομαι στο κοινό μου, για να μην είμαι υποχρεωμένος να απαντώ σε κοινότυπες ερωτήσεις και διαλύω την αχλύ του μύθου... :-Ρ

Χαίρεστε!

 
At 2/2/07 6:13 μ.μ., Blogger ΤΑΣΟΣ said...

http://digital.tanea.gr/Newspaper.aspx?d=20060303&p=58&s=&a=page
http://diastaseis.blogspot.com/2006/03/y-k.html

Γράφουμε για να: διαμαρτυρηθούμε, εκφράσουμε τις σκέψεις μας, μάθουμε, μην ξεχνάμε, μάθουμε να γράφουμε καλύτερα, έχομε ενδεχόμενα σχόλια άλλων.
Γιά να ξαναζωντανέψουμε τις αναμνήσεις μας

http://olonos.blogspot.com/2007/01/blog-post_10.html

Δεύτερη φορά μετά την εμμονή σου, να χαρακτηρίζεις μειωτικά μετανάστες, το γραπτό σου είναι γραμμένο αν όχι γρήγορα σίγουρα απρόσεκτα. Παρ όλα αυτά υπήρξαν και ευνοικά σχόλια???

 
At 2/2/07 11:19 μ.μ., Blogger Αθήναιος said...

Πω-πω, χτύπησα φρίκη τώρα.

Στην ελληνική δημοσιογραφία για να σε αποδέχονται ή πρέπει να παπαρολογείς "πολιτικά" ή να κάνεις "καταθέσεις ψυχής".

Οταν κάποιος στοχάζεται, έστω και δια στόματος άλλων, τα λόγια των άλλων είναι πάντα η αφορμή, όχι απλά γίνεται ακανόητος αλλά δημιουργεί και εχθρότητα και δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπω τόση εχθρότητα εδώ μέσα. Μα τόση εχθρότητα;

Στοχασμός, you know? Βλέπεις κάτι και σκέφτεσαι.

 
At 3/2/07 10:32 π.μ., Blogger ΤΑΣΟΣ said...

Προσπαθούμε και πρέπει να γράφουμε: απλά, σύντομα, με σαφήνεια και με τακτ.

 
At 4/2/07 1:53 μ.μ., Blogger celsius33 said...

Γράφουμε γιατί ο προφορικός λόγος δεν μας είναι αρκετός. Και φυσικά μια ολόκληρη περιοχή του εγκεφάλου μας είναι φτιαγμένη για την κατανόηση και τη δημιουργία του γραπτού λόγου . Άρα γράφουμε γιατί το θέλει ο εγκέφαλος μας.

 
At 28/5/08 2:24 μ.μ., Blogger George Holiastos said...

Φίλοι,κύριοι,μην περιμένετε να βρείτε τα έργα μου καλοταχτοποιημένα σε ενότητες,συλλογές κλπ.
Είναι τόσα πολλά και έχουν αλλάξει τόσες φορές θέσεις το ένα με το άλλο,που,καθώς ούτε και ημερομηνίες κρατώ για την εγγραφή τους,δίνονται εδώ όπως βρέθηκαν όταν αποφάσισα να τα εκθέσω στα μπλογκς μου.
Απολαύστε τα ένα ένα,όπως εξάλλου θα κάνατε και αν ήσαν βαλμένα σε κάποιαν άλλη σειρά.
Και μη βιαστείτε να τα κρίνετε. Αυτό αφήνεται στο Χρόνο και θα γίνει όταν ούτε σεις ούτε εγώ θα υπάρχουμε πάνω σ’ αυτή τη γη.
Η διαφορά μου από σας είναι ότι εγώ ξέρω από τώρα την απόφαση του Χρόνου.










Τα άριμα
Copyright PAu 1-696-217
George Holiastos





ΤΑ ΑΡΙΜΑ
Γεωργίου Χολιαστού





















ΑΓΡΙΟΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Αντάρτη χωρίς ταυτότητα!
Πρίγκηπα χωρίς περγαμηνές ευγένειας!

Λαχτάρα όλο ο ταξιδιώτης πάνω σου γέρνει.

Ο πραματευτής αγέρας
ακριβά τ’ αγκάθια σου πληρώνει
για το άρωμα που από σε φορτώνει
και τριγύρω θα μοσχοπούλήσει.

Αγριοτριαντάφυλλο!
Λεύτερο από φράχτες !
Αμόλυντο από φώτα σαλονιών!

Αγριοτριαντάφυλλο!
Συντρόφι εσύ των στιλβωμένων αστεριών
Τις ξάστερες τις νύχτες του χειμώνα!












Ο ΝΙΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

-Σε τούτο το χωριό ήξερα ένα νιο τραγουδιστή.
Πού έχει πάει μικρή μελαχρινή κοπέλλα μου;
-Είναι αυτός εδώ μα η φωνή του
στ’ ουρανού τα πλάτια τραγουδάει.
-Και ποιος ακούει στον ουρανό
τα θλιβερά τραγούδια του κοπέλλα μου;
-Τ’ αστέρια με τα λαμπερά τ’ αυτιά τους΄
και το φεγγάρι,
με το μαντήλι η γη να του κρατάει
γύρω της χορεύει.
-Αχ! και πού τον έχουνε θαμμένον;
-Στου τζίτζικα το φράκο το λευκό και χρυσαφένιο
και στο λαιμό του πεθαμένου του αηδονιού.























Η ΜΙΚΡΗ ΤΣΙΓΓΑΝΑ

-Τσιγγάνα μου τα στήθη σου αυτά ποιος τα ορίζει;
-Ο αγέρας που απ’ ολούθεν έρχεται κι ολούθε πάει.
-Τσιγγάνα μου τα γόνα σου τα σφαλιστά ποιος σου τ’ ανοίγει;
-Το νερό του ποταμιού που πάει απ’ το βουνό στον κάμπο.
-Και ποιος ειν’ ο καλός σου εσύ τσιγγάνα μου μικρή;
-Το ρόδο με μιαν Άνοιξη σε κάθε πέταλό του.


















Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
ΤΟΥ ΨΑΡΑΔΙΚΟΥ

Η γλυκεια γυναίκα του ψαράδικου
με δέρμα λευκό και βελουδένια χέρια
με το πρόσωπο αθώο σαν την αυγή
και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα
στην αγορά εβγήκε
και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της.

-Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη.
-Εγώ πριν από έναν ποιητή;
-Χωρίς την ομορφιά σου
η ποίηση δε θα τραγουδούσε.
-Δίχως την ποίηση
θα πήγαινε μαζί κι η ομορφιά μου.

Μα κιόλας
η ψυχή
με εικόνες είχε πλημμυρίσει
ακτών μαγευτικών,
γλυκόλαλων Νηριϊδων
και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας
Ερωτικών Πλασμάτων.




















ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ

-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
άσε να κλείσω μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά Θεός μου κι η Σκληρότη.
-Αδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον πόνο να σου δώσω,που σκοπός
και μέτρο είναι της γήϊνης ζωής σου.










Τ’ ΑΛΟΓΑΚΙΑ

Τα μάτια σου χρυσάφι και νερό.
Καστανός τα μαλλιά σου αφρός.
Τ’ άλογα στέκουν ανυπόμονα.

Το τρέμισμα κυττάζω των χεριών σου.
Χείλια σου στήθη και λαιμός
παιχνίδι στου έρωτα το χάδι..

Τ’ άλογα πάλεμα οσμίζοντας
φουρμάζουνε με ταραγμένο το αίμα.

Μαγνήτης σαν το χέρι μου να είναι
μονάχος του ο καρπός σου εντός του πέφτει.
.
Τ’ άλογα τρέχουν γύρω γύρω τρελλαμένα.
Σφιχτά κλεισμένη μες στα χέρια μου γυρνάς μαζί τους.

Αχ έρωτα που τελειωμό δεν έχεις!

Φέρνω στο στόμα και δαγκώνω τον καρπό.
Μες στον αφρό τους βουτηγμένα
κάτω πάνε τ’αλογάκια.


















ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ



Αυτός που πηγαίνει λέει: δεξιά,αριστερά.

Αυτός που έρχεται λέει:αριστερά δεξιά.

Και δίκιο δίνεις και στους δυο
αγαθέ,πανάρχαιε δικαστή
σε νόμους τέσσερες ακλόνητους
στεριωμένε.

Στράβωνα σκίσε τις περγαμηνές σου!
Αϊνστάϊν,ξαναζεσταμένη ειν’ η σοφία σου!











ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ

-Καλή σου όρεξη κυρά μου στα φασόλια σου.
Αν φασολάκι εγίνομουν
και καρφωνόμουν στο πηρούνι σου
στου στόματός σου τη γλυκειά φωλιά θα μ’ έβαζες;
-Φαγάκι θα ’σουν και θα σ’ έβαζα.
-Και πηρουνάκι αν γίνομουν
θα με ρουφούσαν έτσι τα χειλάκια σου;
-Πηρουνάκι θα ’σουν και θα σε ρουφούσαν.
-Κυρά μου για ένα όνομα μη σε καϋμό με ρίξεις.
Φασόλι πες με και το στόμα σου ας με γέψει...
-Λωλό μου μοιάζεις αγοράκι μου άγουρο.
-...Και πηρουνάκι πες με και τα χείλια μου έλα πιες.
-Πώς τα ονόματα-του κόσμου εγώ την τάξη-
να την αλλάξω αλανάκι μου γλυκό;
-Με κολυμπήθρα τα ματάκια σου τα ολόμαυρα
και αγιονέρι το καυτό μου το αίμα.
-Κιόλας σε βάφτισα γλυκό μου αγόρι.
Όμως τον άντρα μου που οργώνει πέρα
πώς να τον ειπώ;
-Μπαξέ που ένας διαβάτης του ’κοψε ένα ρόδο.
-Αχ άντρα μου μπαξέ
πάει το τριανταφυλλάκι σου.







ΣΥΧΩΡΕΣΤΕ ΜΕ

Αν Κάποια μνήμη πέρα από το σκότος και το φως μ’ εξουσιάζει΄
Αν Κάποια ρίζα ακλόνητη είναι
που μ’ έχει μεγαλώσει φύλλο ολότρεμο του κάθε αγέρα΄
αν Κάτι ανυπόκριτο με ξαναχτίζει μακριά του΄
αν Κάτι περα απ’ το Εκεί κι από το Τότε θάλλει κάπου
ανύποπτον ορίζοντάς με΄
αν Κάτι που μου ανήκει,οριστικά κλείνει τον κύκλο του΄
αν Κάτι σίγουρα μου ’χει δοθεί αθάνατο,
μοναδικό,
αγνό΄
αν Κάτι ασύλληπτο από την ανθρώπινη ουσία με δονεί΄
αν Κάτι βρίσκεται αληθινό
που δικό μου να ’ναι και δικό μου μόνο,

απ’ Αυτό,
απ’ Αυτό,
απ’ Αυτό ζητώ
να μου δώσει τη δύναμη
να μιλήσω και να πω- «συχωρέστε με-
συχωρέστε με όντα αυτού του κόσμου
γιατί υπήρξα κι εγώ ανάμεσά σας».

Κι απ’ Αυτό,
απ’ Αυτό,
απ’ Αυτό-
το πιο βαθύ από το κορμί μου
το πιο κρυφό από την ψυχή μου
το πιο μεγάλο μου από το νου-



























απ’ Αυτό ζητώ,όντα αυτού του κόσμου,
να σας δώσει τη δύναμη να με νιώστε
όταν λέω- «συχωρέστε με-
συχωρέστε με όντα αυτού του κόσμου
γιατί υπήρξα κι εγώ ανάμεσά σας».









Η ΚΟΥΚΛΑ

Τα μάτια μου δυο πέτρες
άχυρα τα μαλλιά
ξύλα τα πόδια μου
το σώμα μου πανί με πριονίδι γεμισμένο.

Μια κούκλα ευτελής,
σχεδόν ανυπόστατη
είμαι.

Κι όμως προβάλλω αξιώσεις
για προσοχή και αφοσίωση
καταλαμβάνω χώρο έτσι που κανείς
την ίδια ώρα δεν μπορεί
να είναι εκεί που είμαι,
μιλώ και εκβιάζουνε τα λόγια μου αποφάσεις
με κούκλες άλλες κοινωνικές συνάπτω σχέσεις
εργάζομαι
κοιμάμαι
περπατώ.

Λίγο ακόμα και θα έλεγα
«υπάρχω».










ΕΛΛΗΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Επειδή η Γερμανία είναι βάρβαρη χώρα
γι αυτό κάθε πρωί παίρνω βαθιά μιαν εισπνοή
από λέξεις σαν αυτές:
δυσραγής,έμμαλος,επικράζω΄
επανθέω,αεροκόλακες,ευθάλαττος΄
άπληκτος,υπέρλεπτος,αριζήλως΄
αυτολυρίζω.

Επειδή η ζωή εδώ είναι ένα μαύρο αγριοπούλι
την ημερεύω κάθε μέρα
με λέξεις όπως:
ύποινος,ανθοκρατέω,αθηνιώ΄
αυτόκλαδος,βιωφελής,ερώτιον΄
κισσηρεφής,περιλάμπω,πυριάλωτον΄
νεαροηχής.

Και μετά από κάθε τους επίθεση
ιαίνω τις πληγές μου
ψιθυρίζοντας:
καταβόησις,ηχή΄
κλεψίχωλος,τεττιγγώδης,δρύπτω΄
αύχημα,άτυμβος,βραχυβλαβής
συνοχμάζω.




















ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΟΥΝ

Τα πουλιά ξαναγυρίζουν
σπάζοντας με το ράμφος τους
τις τελευταίες αιχμές του χειμώνα
και διώχνοντας με τα φτερά τους
τις τελευταίες συνέπειες της απρονοησίας.

Τα πουλιά ξανάρχονται
ζωηρά και αεικίνητα
χρώματα ευτυχίας φορώντας
(μερικά στο ταξίδι έχουν πεθάνει)
και τιτιβίζοντας χαρούμενα.
























ΕΤΣΙ.

Τη βέργα παίζοντας μέσα στο χέρι του
στην πολυθρόνα καθιστός,
άλλοτε ο ρόζος της χτυπάει στο δάχτυλό του
κι άλλοτε άγγιχτο τ’ αφήνει.

Έτσι.
Τυχαία.

Όπως τα σύμπαντα χαλιούνται η φτιάχνονται.






ΟΠΕΡ ΑΛΛΩΣΤΕ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ

Ίνα
ποιητής τις
εις μίαν πόλην
της φαιδράς έλξει
της καθημερινότητος την προσοχήν,
απαραιτήτως δέον ορισμένας προϋποθέσεις
η βίωσίς του εις την πόλιν να πληροί,
ως,
φερ’ ειπείν,
τους άρχοντας της πόλεως να θυμιά,
ενδεδυμένος πάντοτε κατά συρμόν
να εμφανίζεται
(και απαραιτήτως μετά λαιμοδέτου),
κενούς νοός πολίτας να υμνεί,
να συγχρωτίζεται με «πατριώτας»,
τρεις υποκλίσεις καθημερινώς
(πρωίαν,μεσημβρίαν και εσπέραν)
προ των κτιρίων να κάμνει όπου έντυπα στεγάζουν,
προτού,
εισελθών,τους πόδας
καταφιλήσει εκδοτών και τυπογράφων.

Ωσαύτως δέον,
Εις πάσαν τελετήν γλοιώδη,ην,
«επώνυμοι» και «εξέχοντες» της πόλεως πολίται
διοργανώνουν
να συμμετέχει. επικροτών










Τέλος,
ουδενάκις
δια λόγων ή έργων
οχλήσει την κρατούσαν
πολιτικήν,
κοινωνικήν,
θρησκευτικήν και ηθικήν
σεσηπυίαν της πόλεως δομήν.

Τουτέστιν
ίνα
ποιητής τις
εις μίαν πόλην
έλξει της φαιδράς
της καθημερινότητος την προσοχήν,
απαραιτήτως δέον
(ραδίως ως εκ των άνω συμπεραίνεται)
να μη τυγχάνει ων ποιητής.

Όπερ,
άλλωστε,
συμβαίνει.








Η ΕΥΤΥΧΙΑ

Η ευτυχία είναι άπιαστο πουλί,
πεζό,
τρικάταρτο δε.

Ίχνη απροσδιόριστα αφήνει όπου αδιάβατα διαβαίνει.
Περιπολεί σε όρη αστείρευτα,
σε θαλασσινά άνθη ανθεί,
σε κόκκινες κορδέλλες μαλλιών ατροφικών δένει,
πρόσωπα παιδικά αγκαλιάζει
με χέρια ολάσπρα και αξεδιάλυτα.

Ιππεύει καλοκαιρινές φεγγαραχτίδες
και πόρπες χρυσών λυμένων ζωνών΄
διαστέλλει φανταστικές ονειροπολήσεις
και κόρες γαλανών ματιών ιριδίζουσες.

Προκαλούσα,
συμπτύσσει και εκπτύσσει σκέλη άτριχα΄
καμμιά φορά πετιέται με το κομμένο νύχι.

Η ευτυχία-σαρκαστική αντιλόπη
ασπαίρουσα κάτω από το ανοιχτό
εγγίζον στόμα
πεινώντος λέοντος.

Στο πάτωμα έρπει
ανεβαίνει στα μισάνοιχτα συρτάρια
και χώνεται μέσα στα κρύα εσώρρουχα΄
φεύγει λίγο πριν αυτά φορεθούν.













Σε αδιάφθορα πελάγη
αδιάφθορη και κενή ταξιδεύει
αναμεσίς αφρού και πρώτου κύματος.

Η ευτυχία-κώδων ηχών κάτω από
εκατόν πενηντατρία βαμβακερά
στιλπνά στρώματα.

Στου ευκαλύπτου τη ρίζα γαντζώνεται
και προχωρεί μαζί της
μέχρι το υπόγειο ναμα.

Στο χι της χαράς σταυρώνεται
εξιλαστήριο θύμα απρόθυμο.

Η ευτυχία-
ατέρμων κοχλίας
παραπλανητικός.




















ΩΧΡΟΝ

Με μία λέξη να πει όσα χίλια
της Άνοιξης ανθίσματα λένε-
να το καθήκον του ποιητή.

Μα πώς
το ρυθμό της αυτός θα συγκρατούσε,αν
όταν στη μακριάν αναμονή του
βυθισμένος βρισκόταν,
δεν έντυνε το νόημά της
με την πίστη του για το Ανύποπτο
που στην υπαρξη
ωχρόν θα τον εκόμιζε;














ΤΑ ΕΥΩΔΗ

Απ’ αυτές φτιαγμένοι για παιχνίδι τους.
Και μας παίζουν. Και γελούν μαζί μας. Και το μεγάλο
βουβό κύμα ιππεύοντας,μάς φτάνουν
όσο μακριά κι αν,
από τη θέα τους πάμε.

Αν ήμασταν ανέμελοι παιχνιδιστές και αν
την παλιά ελπίδα δεν ξανανιώναμε
με κάθε νέο κύτταγμά τους,σαν όπως η σαπίλα
με κάθε καινούργιο θάνατό μας ξανανιώνει,
ω! ευφρόσυνα τότε θα δεχόμασταν τα μικρά
σαν χάδια,χτυπήματά τους στις παρειές,
και τη βελόνα
που κάθε τόσο μας τρυπούν
να δουν αν αιστανόμαστε.
Και θα φορούσαμε μάλιστα μανδύες βαθυέρυθρους
να μας ξεχώριζαν μες στ’ άλλα-
τα ευώδη αθύρματά τους.




ΕΝΑ ΚΡΥΦΟ...

Οι φλέβες στα πόδια του ξαδέρφου μου του φεγγαριού
το κόκκινο γαρύφαλλο στο πέτο του
η επιείκεια στη ματιά του
όλα γνώριμα...

Ο έρωτας της πέτρας και του ρυακιού
το υγρό αγκάλιασμά τους
η αιώνια-ακατάλυτη ψυχή του ήλιου μες στο έλατο
όλα οικεία...

Όμως
ας είμαι μια παραφυάδα της νύχτας μόνο΄ ας είμαι
ο ήχος του ραβδιού που μες στα χέρια μου κρατώ ανεβαίνοντας
καθώς αυτό χτυπάει σε κάθε βήμα μου στις πέτρες΄
ας είμαι το στραφτάλισμα των φύλλων μες στα δέντρα,
καθώς οδεύω πρέπει
να σταθώ στη βρύση,
να γευτώ λίγο νερό,
να δώσω μια με το ραβδί σε κείνο τ’ αγριόχορτο,
κι αφού απ’ του δέντρου τον κορμό
κόψω παχιά μια φλούδα
κι ενώ θα τη σκαλίζω
πρέπει να πω μέσα στ’ αυτί της ερημιάς
τα λόγια που οφείλω
τα λόγια που θα έλεγα
αν είχα
ένα κρυφό...ένα όμορφο...
κάτι για να μ’ ακούσει...










ΑΣ ΜΗ ΤΟΝ ΛΕΜΕ

Κύμα του ωκεανού Κόσμος
κι ο ποιητής δεν είναι;
Νεύρο του όλου Οργανισμού
δεν είναι; Και δεν πληγώνεται κι αυτός
όταν πληγώνεται η ελευθερία;
Κι όταν τρυπάει τις σάρκες η κακονομία
και το σώμα όλο τραντάζεται
απ’ τους σπασμούς του πόνου,
ο ποιητής
ότι δε νιώθει πώς θα καμωνόνταν;

Και ποιος όταν πονάει,
για παιχνίδια όρεξη βρίσκει
και για στόμφους
και για σαλιαρίσματα;

Όποιος μαλύβι και χαρτί κρατεί
και για τους φαύλους
ξεπάστρεμα κακό δεν ξεσηκώνει
ας μη τον λέμε αυτόν καλλίτερα ποιητή.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΙ

Φωτιγραφίζονται.
Αποτυπώνουν στο χαρτί το είδωλό τους.

Ποιο θα διαρκέσει πιο πολύ-αυτοί ή εκείνο;
Κι όποιο διαρκέσει
μια μέρα και τα δυο δε θα χαθούνε;
Ή μη χαμένα ειν’ από τώρα
και τίποτε δεν μπήκε σε χαρτί
και τιποτε δε βρίσκονταν στην κάμερα αντικρύ
που ομορφα και προσεκτικά τηνε κρατούσε
κορίτσι ένα με γαλάζια μπλούζα
με μαύρο σορτ και με σανδάλια γκρι
που όλο πίσω βάδιζε ώσπου όλους
η οθόνη να χωρέσει;

Φωτογραφίζονται

Χωρίς να υπάρχουν.
Ίσα μόνο
αυτό το ποίημα για να γραφτεί
την πρώτη Αυγούστου δυο χιλιάδες τέσσερα
καθώς στο STARBUCHS COFFEE
σ’ ένα τραπέζι καθιστός
κάποιαν-που πάντοτε αργούσε να ’ρθει-
κάποιος επερίμενε.
Ίσα μόνο
τούτο το ποίημα για να γραφτεί
κι αχάλαστο να μείνει
στους αιώνες των αιώνων
καθώς η ιδέα της τρικυμίας μένει
και πάνω απ’ τη γαλήνια θάλασσα
χωρίς παμό κι αχάλαστα πλανιέται.


















ΚΥΤΤΑΖΟΝΤΑΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Ο μεγάλος ζωγράφος μ’ έναν πίνακά του.
Ε και λοιπόν;
Και το παιδί με μια γραμμή στην άμμο.
Και ο βοσκός χτυπώντας με τη ράβδο του το χώμα.

Ο μεγάλος ποιητής μ’ ένα του ποίημα.
Ε και λοιπόν;
Και ο μονάχος μ’ ένα ω.
Και το κορίτσι μ’ ένα ε.

Και το κλαδάκι μ’ ένα κρακ.



















ΑΝΑΘΕΣΕΙΣ

Για να ’χει το μυαλό της καθαρό
και να μπορεί ν’ απολογείται
ανάθεσε την αγωνία στα χέρια της.
Εκείνα δίπλωναν,συσφίγγονταν,συστρέφονταν,
τρίβονταν το ’να στ’ άλλο,
τα δάχτυλά τους ανακάτωναν,
πονούσαν.

Και η ομιλία στο φακό μπροστά
τελείωσεν επιτυχώς,
αφου αυτός
διόλου τα χέρια της δεν έδειξε.












ΕΥΘΥΝΗ

Ακούω
καθώς ο αέρας δίπλα σου περνά
παράξενα να ηχείς και μακρινά.
Και ο ήχος σου
στα πράγματα διαχύνεται όλα
και τα δονεί σαν η ψυχή τους να είναι.

Και εδώ ένα γέλιο,
εκεί μια κουβέντα,
μικρές συντροφιές όπως σε δεξίωση.
Και συ δίνεις σε όλους πλάτεμα και υπομονή
για να μπορέσεις ύστερα μέσα τους,
κουρασμένη,να ξαποστάσεις-σ’ έν’ αστέρι,
σε μια φωλιά,σ’ ένα πράσινο χωράφι νιόσπαρτο.

Στους ήχους όλους ο ήχος σου νόημα δίνει,
όπως τα πόδια στον πέτρινο δρόμο
που πριν από αιώνες φτιάχτηκε
και ως την κορφή
του λουλουδιασμένου λόφου οδηγεί.




ΟΜΦΑΛΗ

Τον εβαρέθηκε-
τον εσιχάθηκε στα πόδια της να τρίβεται
άντρας αυτός,που τόσα
είχε κάνει κατορθώματα.
Κι αναρωτιέται,γιατί ο έρωτας
άλλο παρά,μία σκλαβιά
να μην είναι.

Το σανδάλι της ελαφρά κινεί
κι εκείνος τρέμει
μη κι έπαθε η κυρά του κάτι,
και στα μάτια υποτακτικά τη βλέπει΄
από βαθιά πολύ έρχεται
η λαχταρισμένη του ματιά
και την υψηλή δική της
ανήσυχη αποζητά.

Τη ρόκα του ωθεί εκείνη,ενοχλημένη
και «γνέθε σκλάβε!»,του πετά.
Ελαφρά ύστερα κοιμάται
στου μεσημεριού μέσα
το γλυκοκάρωμα
νανουρισμένη απ’ τον μονότονο
και αλαφρόν του γνέσιμου ρυθμό.

Κι όταν ξυπνάει,
βαριά ηδονή γεμάτη,
σαν ζαλισμένη τα χέρια της χτυπά
και τις δούλες της βραχνά προστάζει:
«φέρτε τον μέσα!»
ενώ για το κρεββάτι της τραβά.














ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Σα ρόδι άνοιξεν η γη κι εν’ άρμα εβγήκε
με τέχνην έξοχη φτιαγμένο απ’ τους τεχνίτες
που χρόνια διάθεσαν δουλειάς
άλλο αφού τίποτα εκεί δεν κάνουν.

Στη γη ακούμπησαν οι ρόδες οι χρυσές
και τ’ αργυροπεταλωμένα τ’ άλογά του,τόσο μόνον
όσο χρειάστηκε ο ηνίοχος,απ’ τον καρπό
του δεξιού της του χεριού να την αδράξει

και δίπλα του στο άρμα πάνω να τη βάλει..
Αυτή,σαν είδε πάνω τους να κλείνει η γη
και στο απόλυτο σκοτάδι μέσα όταν εβρέθηκε,

φόβο ένιωσε μεγαλον τόσο,που την έσπρωξε
στου μόνου δυνατού που ήξερε εκεί κάτω
τη θέληση και την ανάσα καταφύφιο να ’βρει.














ΘΗΣΕΑΣ

Επειδή όχι τα πόδια του,μα το χέρι τον έσπρωχνε,
απαλά,της Αριάδνης,γι αυτό θαρρετά τόσο
το τέρας ο Θησέας πλησίαζε-όπως αυτός που ξέρει
πως κάποιος ενδιαφέρεται για κείνον

και τον βοηθά. Γιατί,όπλα δεν είχε άλλα,
πάρεξ τον μίτο και τα χέρια του. Και γρήγορα
στο θηρίο έφτασε. Με θάρρος κατεπάνω του
όλος ερίχτη και τα χέρια του το αδράχνουν...

Αλλού κυττώντας το κεφάλι του,το σώμα αλλού,
Κείτεται τέλος νικημένο το θηρίο. Τα μάτια του
για λίγο ανοίγει, προτού για πάντοτε του κλείσουν.

Μεθυσμένος στο φως ο Θησέας τραβάει,
όπου κάποια τον επερίμενε γυναίκα. Γυρίζοντας
μπορεί σε κάποιο να την άφηνε νησί...
















Ο ΑΙΝΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Μπαίνοντας στο σπήλαιο,που στον Άδη
ο τυλιγμένος με σκοτάδι δρόμος του
μέσα από φρίκη και νεκρούς τούς οδηγούσε,
ο Αινείας και η Σίβυλλα ερίγησαν.

Μα έπρεπε η Ρώμη να χτιστεί,
και μόνον ο Αγχίσης εδυνόταν
που από καιρό είχε στον Άδη πάει
συμβουλές για το χτίσιμο να δώσει.

Και πιο πολύ το βάρος ένιωσε ο Αινείας
της άγνωστης σ’ αυτόν ακόμα αποστολής του
όταν,στα πλάτια τα χρυσά των Ηλυσίων

τα πλήθη τα μελλοντικά είδε των Ρωμαίων
καθώς τ’ αυγά μες στην κοιλιά γόνιμης κόττας
τη γέννησή τους αναμένοντας,να συνωθούνται.














Ο ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ

Ανέμελε,αγνέ κολυμβητή της ήρεμης ακτής
του Κόσμου και της Θάλασσας,χωρίς ούτε
των τεράτων το φόβο,ούτε
των κυμάτων το ψυχοφθόρο άγγιγμα!

Καρίνες εκεί δεν έρχονται,και με μικρά ψάρια
μικρός εσύ και ολιγαρκής,τρέφεσαι.
Τρικυμίες,δίνης ρεύματα,ναυάγια δε γνωρίζεις.
Η ζωή δίπλα σου γλυκειά Γοργόνα ερωμένη σου.

Καθαρόν αέρα μόνον αναπνέεις. Οι δύτες
και οι ποντοπόροι και οι θαλασσόλυκοι,μιμητές σου
σε φανταστικές αρμύρες κυματόπνιχτες.

Ανέμελε,αγνέ κολυμβητή,το νερό
όπως καρπός τον σπόρο του σε κρατεί-
μυστικόν και πολύτιμον και ελπιδοφόρον.















ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Ένα ψάρι τώρα πολύχρωμο,ένα σπιτάκι ύστερα,
ένα λουλούδι,απλά,γρήγορα και απαλά,
με μικρές,λεπτές κινήσεις
ζωγραφίζει.

Να ζωγράφιζε κανείς έτσι
ένα νέον κόσμο
και να μη καμμιά γραμμή αγωνίας χαράξει,
καμμιά γωνία τρόμου,κανένα κενό του
με μοναξιά να μην πληρώσει.

Και έτσι να τον αφήσει ζωγραφιστόν.

Και άνθρωπο μέσα του να μη
κανέναν σχηματίσει-έτσι,
σα μιαν αιώνια ομορφια.


















ΠΟΛΥ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ...

Θυμόμαστε πολύ Κύριε.

Λιγόστεψε τα κύτταρα της μνήμης μας
και διάγραψε κάποιες σκηνές
από το έργο της ζωής μας-
κάποια κακά που εκάμαμε ή μας έκαναν,
κάποιες απόπειρες την ευτυχία να βρούμε
(που τόσο νιώθουμε γελοίοι στη θύμησή τους).

Κύριε,
πολύ εγέλασες μαζί μας.

Δώσε στη λήθη τα μαρτύρια
τις λοιδωρίες
την ταπείνωση.

Πολύ θυμόμαστε Κύριε.




















ΤΟΥ ΚΡΕΒΒΑΤΙΟΥ ΤΟ ΒΗΤΑ

Πάντοτε με διορθώνουν-
οι ανόητοι-
πως το κρεββάτι μ’ ένα βήτα γράφεται.

Δεν είναι βέβαια ποιητές.
Αν ήταν,θα ’ξεραν
πως άδειο το κρεββάτι μ’ ένα βήτα είναι,
όπως με μόνο αυτούς επάνω του.

Το δεύτερο το βήτα ειν’ η γυναίκα.















ΒΑΣΙΛΕΑΣ

Την πέτρα αυτή αν χρυσάφι ονομάσεις
είναι χρυσάφι,αν με αξιοπρέπεια
στο μέτωπό σου σαν διαμάντι σπάνιο τη φορέσεις.

Αρκεί στις ειρωνίες να μην κιοτέψεις
και μη στα γέλια με ντροπή αποκριθείς,
μόνο να στέκεις όμορφα βαλμένος
και μεγαλοπρεπής
ως βασιλέας.

Τότε,κάποιος,που ξαφνικά θα καταλάβει,
με σεβασμό μπροστά σου θα υποκλιθεί.
Και ύστερα
θα τον ακολουθήσουν ένας ένας
οι άλλοι όλοι-
πια θα είσαι βασιλιάς.



























ΝΑΥΑΓΟΣ

Είναι ναυαγός.
Γεννήθηκε ναυαγός.
Κι ολοζωής μηνύματα στέλνει
σε μπουκάλια μέσα
προειδοποιώντας:
«μην πλησιάζετε».










ΞΕΡΟΝΤΑΣ

Αύριο,λέγανε.

Όμως το αύριο δεν έρχονταν ποτέ.
Μόνο τα χτες έρχόνταν το ’να ύστερ’ από τ’ άλλο
όλο και πιο πυκνά
όλο πιο κοντινά
τόσο που δεν τα προλαβαίνανε
όπως οι εργάτριες στα εργοστάσια της ζαχαροπλαστικής
δεν προλαβαίνουν με χρυσόχαρτο να ντύσουνε
τα όλο και πιο γρήγορα που στέλνει η μηχανή
σοκολατάκια.

Διάφορες αλχημείες δοκιμάσανε.
Να πούνε χτες το αύριο,
να σβύσουνε τις νύχτες απ’ το χτες μικραίνοντάς το,
να προχωρήσουνε πιο γρήγορα...
Όλα δειχτήκανε ανώφελα. Και τώρα
τα χτες τούς φτάσανε ως το λαιμό
και μόλις προλαβαίνουνε να πούνε
ό,τι ακόμα είναι να ειπωθεί
ξέροντας όμως τώρα πια
πως αύριο δεν υπάρχει.













ΑΛΛΑ ΣΥΜΠΑΝΤΑ

Δώδεκα ο μήνας.
Ετοίμασε Θεέ το δεκατρία
και στείλτο με την αυριανή αποστολή στον κόσμο.
Πρέπει να κανονίζουμε τις δουλειές μας.
Αύριο το γραμμάτιο,χτες το δικαστήριο,
στις τριανταμία ,παραμονή πρωτοχρονιάς
το δέντρο και τα δώρα.

Να μετράμε τις ημέρες μας πρέπει.

Και την τελευταία ημέρα μας τον ήλιο
μέσα στην τελευταία θάλασσά μας σβύσε
και το χνώτο της τελευταίας μας
αναπνοής ακολουθώντας
σύρσου και συ μαζί μας στο χαμό.

Κι ύστερα φτιάχνουμε Θεούς άλλους εμείς
κι άλλες δημιουργίες
κι άλλα σύμπαντα-
ξέρουμε πια...


















Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΟΥ ΦΥΤΑΛΗ

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας
Όπως τον έκαμε ο Φυτάλης:
καλόν,ολύμπιον,άλκιμόν τε.
Έτσι τον θέλαμε.

Να βλέπει όχι στα καράβια
κι ούτε δαυλό στο χέρι να κρατεί
αλλά ψηλά και μακριά να βλέπει
και με μιαν άλληνε φωτιά
όχι τους τούρκους μα τα πνεύματα να φλέγει.

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας-
μια σερνικήν Ελλάδα.














ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Αν ήμουνα ζωγράφος θα ζωγράφιζα
την πέτρα με φτερά
τη Λέξη στο θρονί του όντως όντος
και το Θεό υποπόδιο των ποδών μας.

Τη γη μία κηλίδα σε φωτός πελάγη
το δέντρο σαν καρπό,και την ελπίδα
σα βρώμικη κι αισχρή γρηά μια πόρνη.

Θα ιχνογραφούσα με γραμμές περίοπτες
το βέλασμα του αρνιού το τελευταίο
πριν τη σφαγή,
στη θέση της ψυχής θα έβαζα ένα σώμα
και θ’ απεικόνιζα μ’ εν’ άγραφο χαρτί-
και θα ’τανε πολύ και το χαρτί-
την αγάπη.











Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΕΙ

Ο άντρας πρέπει να ζει-πάει να πει
πρέπει να ’χει μια γυναίκα.

Ο άντρας πρέπει να προσεύχεται-πάει να πει
πρέπει
μια φορά την ημέρα
να οσφραίνεται γυναικείο άρωμα.

Ο άντρας πρέπει να υποψιάζεται την Πρώτη Αιτία-
πάει να πει πρέπει ν’ ακούει
μια γυναικεία φωνή να του λέει: «πού πάς»
ή ας πούμε: «άργησες απόψε!».

Ο άντρας πρέπει από καιρό σε καιρό
να νιώθει πως υπάρχει-πάει να πει
να βλέπει κρεμασμένα γυναικεία ρούχα
στην κρεμάστρα του χωλ.

Ο άντρας πρέπει κάθε τόσο
να ψηλαφάει ένα κορμί
αλλιώτικο από το δικό του-
αλλιώς και τι να το ’κανε το χέρι.















ΣΤΕΝΟΤΗΣ

Σαν τα πράγματα να εμεγάλωσαν
στο δωμάτιό του μέσα.

Κάνει το χέρι του ν’ απλώσει
και σκοντάφτει αυτό
στου τραπεζιού τον κύκλο.
Το μέταλλο της σόμπας
του ποδιού του το άπλωμα περιορίζει.
Τα μικρά πράγματα,που όλα
τού έχουν απαραίτητα γίνει
με δυσκολία τώρα τα βρίσκει΄
κι ο ίδιος ο εαυτός του
χώρο τού κλέβει.

Και σ’ όλα πάνω τα πράγματα
μια σκόνη-κι όχι που τον ενοχλεί
μα το χώρο της κι εκείνη απαιτεί.








ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ

Το κύπελλο πάνω στέκει
στο στρογγυλό τραπέζι.
Και καθόλου στη σκέψη του δεν έχει
πώς να κινηθεί ή πώς,ίσως,να σπάσει.
Και σε όνομα δεν ακούει-δοχείο
ή τάσι,ή τσάσκα,ή ποτήρι.

Κόσμοι μέσα του
βοούν και σφύζουν και το δονούν,
έτσι σφιχτά καθώς ο ποιητής του
πιεσμένους τους διαμόρφωσε
και συμμετρικούς.

Μα δε γνιάζεται γι αυτούς
και μόνη του φροντίδα
έτσι που-αν και άθελά του-
καθορισμένο υπάρχει,
είναι το σχήμα του
σε ο,τι μέσα του χυθεί
απαραιτήτως να δώσει.

Δίνει και παίρνει έτσι
το μερίδιο της πραγματικότητας
που,προσωρινά βέβαια μόνον
υπηρετεί κι εξουσιάζει.

















ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ

Όπως στο παζάρι βλέπεις μια μέρα κάποια
μαυρομμάτα,που ανάμεσα σε φρούτα και λαχανικά
σ’ ένα τελλάρο πάνω καθισμένη,ψωμιού κρατεί κομμάτι
και ανέμελα,και φυσικά,και σίγουρη πολύ το τρώει,
και δίπλα ο άντρας της τα φρούτα διαλαλεί,και ξάφνω,τόσο
γυναίκα καθενός να είναι μοιάζει,που και δική σου
γίνεται,και πια την πλησιάζεις και την παίρνεις-
κι ούτε την πλησιάζεις,την καλείς μόνο-
και κείνη έρχεται λέγοντας «πεινάς;»,και τείνοντας σου
λίγο να δαγκώσεις,και πάτε σπίτι,και το Σαββατοκύριακο
μαζί χαρούμενα περνάτε,κι ύστερα γυρίζει
στη θέση της αυτή και στη δική σου εσύ,έτσι και η ποίηση
άλλων,δική σου τόσο κάποτε τη νιώθεις,που,
σαν να σού ανήκει,κοντά σου για μέρες λίγες την κρατάς.















Η ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΣΟΜΠΑ

Φτιαγμένη από μέταλλο γυαλιστερό,
με πλέγμα προστατευτικό
της ασφάλειάς μας και της υψηλοφροσύνης της,
δεν ενοχλείται παρά μόνον από τούτο,πως ευθύς-

όταν δεν τη χρειαζονται-τη σβύνουν. Κι αυτό
σαν διάλειμμα να το ’δει δεν συγκατανεύει,
της εργασίας της. Γιατί για κείνην εργασία
δεν είναι η λίγη ζεστασιά που δίνει,παρά ιερή

στου ήλιου την αξία και τη θερμότητα συμμετοχή.
Και με τον διακόπτη της που την ορίζει,αυτή,
που μόνον αυτοδυναμία ποθεί, τελείως ποτέ

δε συμβιβάζεται. Γι αυτό και γρήγορα,
με μία μεγαλόπρεπη έκλαμψη,σα μιαν επίδειξη
πρώτη και ύστατη της δύναμής της,αυτοκτονεί.



















ΑΠΟΔΟΧΕΣ

(είμαι ο ταδε,
γενήθηκα εκεί,
εκεί ανατράφηκα,
εκεί πήγα σχολείο,
λέγομαι έτσι ακριβώς,
ο πατέρας μου ήταν...
μέναμε στον...
φύγαμε όταν...

Ουφ! Αντί τέτια να εξηγείς
κάθε που κάποιον ανταμώνεις
ας παν οι γνωριμιές καλιά τους-
η νύχτα τίποτα δε με ρωτά
και ο αγέρας ως τον δέχομαι με δέχεται.)



















Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ

Ω! Φωτεινή γραμμή!
Που μες στο σκότιο δώμα μου
το ίχνος σου αφήνεις
σαν μια νότα απ’ τη μεγάλη συναυλία
σαν μια πετρούλα απ’ την ατέλειωτη οροσειρά
σαν ένα φύλλο απ’ το απέραντο το δάσος!
Ω! Φωτεινή γραμμή!
Δε θέλω εγώ δάσος κι οροσειρά και συναυλία.
Αρκείς εσύ γραμμούλα φωτεινή
που μες στο σκότιο δώμα μου το ίχνος σου αφήνεις-
αρκείς εσύ γραμμούλα φωτεινή
για να φλογίσεις τη μικρή ζωή μου.
















ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ...

Ποιοι είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι
που κυκλοφορούν ανάμεσά μας;
Που άνετα στο πίσω κάθισμα ενός ταξί κάθονται
και «Ριτς Οτέλ!» διατάζουν;

Ποιοι είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι
που κυκλοφορούν ανάμεσά μας
και μας φθείρουνε και μας τελειώνουν;

Ποιοι είναι αυτοί οι πάντοτε χαρούμενοι
και γελαστοί κύριοι
που πάντοτε από κομψές
κυρίες και δεσποινίδες συνοδεύονται;

Ποιο είναι αυτοί οι καλοντυμένοι κύριοι
που ζουν με τη ζωή μας;

















ΝΤΕΛΑΚΡΟΥΑ-ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ
ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ

Δεν ειν’ αυτή μετάληψη. Αυτή ’ναι ίδια η μάχη.
Μια τέτια κίνηση...ο πίνακας
σύγκορμος τραντάζεται΄
το λάβαρο λες ματωμένο κιόλας΄
πρόσωπα,βλέμματα,αεικίνητα,αδημονούντα...

Αριστερά του Μπότσαρη η Ελλάδα.
Το πρόσωπό της μόνο φαίνεται
γεμάτο αγωνία κι αίσθηση και ταραχή,
λες ότι γνιάζεται κι αυτή το τι θα κάνει ο Μάρκος
(για την οικονομία του πίνακα μονάχα
γιατί την ώρα εκείνη
ο Μάρκος ήταν η Ελλάδα).























ΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗ

Τα ζώα εκκρίνουν θανατικό.
Τα δέντρα διαπνέουν υδροκυάνιο.
Το χώμα είναι σκόνη φαρμακερή
κι ο ήλιος με τις ακτίνες του μάς σκοτώνει.

Εμείς με ύφος γιορταστικό
τον κόσμο μας υμνούμε τον σπάνιο
τη γη ευγνωμονούμε την καρπερή
και του φωτός λατρεύουμε την αγχόνη.
















Ο ΒΟΛΒΟΣ

Περιμένοντας να βλαστήσω
περπάτησα την κάτω από το χώμα γη.

Με τα σκουλήκια εμίλησα και με τους τυφλοπόντικες
και την υπομονή τους ντύθηκα.
Να μελετώ έμαθα όπως παλιό βιβλίο
τα οστά όλα.Τις άφωτες εσπούδασα ζωές
των φυτικών παράσιτων και των flamingos
και του σκοταδιού όλην επήρα
τη δίψα του για ήλιο και για φως.

Κι ό,τι επήρα κι έμαθα το γύρισα και το άλεσα-
κι ό,τι επήρα κι έμαθα το γύρισα και το ’πλασα
για να ’ρθω εγώ την Άνοιξη
να φέρω στον απάνω κόσμο σας
τα χρώματα όλα και τις ευωδιές.











ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΜΙΧΑΗΛ

«Θέλω βασίλειον παρακοιμώμενον»
είπε ο Μιχαήλ
«ως πιστόν όντα...
υπό πάντων ευφημείσθαι ως βασιλέα».

«Βασιλεύς δε»,λέει το Χρονικό,
«επληρούτο δακρύων...»

«Και των σκήπτρων πεσόντων ως έθος»
τον έστεψε συμβασιλέα.

Λίγο αργότερα ο Βασίλειος
εδολοφόνησε τον Μιχαήλ.
Κι αφού ήταν πια ο μόνος βασιλιάς
το ελαφρυντικό βρέθηκε αμέσως:
μεγάλο κάθαρμα ο Μιχαήλ...

Μα ο Βασίλειος δεν εστάθηκε σ’αυτό΄
έχτισε μοναστήρια κι εκκλησίες τόσες
που φτάναν γι άλλα δέκα εγκλήματα.
«Εξιλασκόμενος τω θεώ»
λέει ο Ζωναράς.










ΕΙΣ ΚΥΡΙΑΝ ΔΥΣΠΕΠΤΙΚΗΝ

Δεν ξέρετε τι να κάνετε τα ποιήματά μου;
Ω! Κυρία μου!
να σας βοηθήσω
γίνονται εξαίσια τσιγαριστά
με λίγο σκόρδο και λεμονάκι.
Μπορείτε επίσης να τα κάνετε ψητά στον φούρνο-
κι έτσι καλά ειν’ επίσης,
μόνο να τα κυττάζετε συχνά
γιατί αρπάζουν εύκολα.

Για γαρνίρα,πατάτες ή αρακάς.
Λεπτομέρειες να μη σας πω-
τις ξέρετε-διάβολε!
κάτι θα ξέρετε κι εσείς.

Λοιπόν καλή σας όρεξη κυρία μου΄
αν και πολύ γι αυτήν δεν αμφιβάλλω-
εκείνο που οπωσδήποτε
θα πρέπει όμως να σας ευχηθώ
είναι καλή σας χώνεψη κυρία μου.






ΑΥΤΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ...

Ένα σημάδι στο λευκό λαιμό..
το δεξιό της μάτι μαυρισμένο...

Πρέπει να τονε διώξει τον αλήτη.
Πρέπει ν’ απαλλαγεί.

Μόνο τα μάτια του ας μην είχανε αυτό το χρώμα...

Μαύρα ειν’ ακόμα τα πλευρά της και ο τρυφερός
γλουτός σε κάθε βήμα την πονεί.

Τα χέρια του χτυπούν παντού όταν θυμώνει
κι απ’ τις φωνές του σειέται η γειτονιά.

Τι λόγια πίστης και υποτακτικά
τι παρακάλια δεν του κάνει΄
κι ούτε φωνή δε βγάζει όταν τη χτυπά-
της το ’χει απαγορέψει.
Μα τίποτε αυτόνε δεν τον σταματά
λες κι η σιωπή της τον εξαγριώνει.

Ω! και τι δρόμο θα ’χε πάρει τώρα
αν δεν την αγκαλιάζανε αυτά τα χέρια
με οσην τέχνη τη χτυπούν...

Το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού της
σπασμένο απ’ το μεγάλο μακελλειό ’δω και τρεις μήνες.
Για τα καλά είχε πάρει τότε την απόφαση
του χωρισμού.
Και θα την κράταγε και τότε.
...Αυτά τα ματια να μην ήταν μόνο...
τα μελιά...













ΕΜΠΡΟΣ!..

Εμπρός!
Στα κουπιά!
Να φύγουμε!
Να ξανοιχτούμε!
Ν’ αρμενίσουμε!
Πάντα υπάρχει ελπίδα
να μας εβρεί μια τρικυμία που θα σπάσει
του καραβιού τα ξάρτια και θα σκίσει τα πανιά.

Που το τιμόνι μας θα κομματιάσει
και το καράβι θα τσακίσει
πάνω σε κάποιους βράχους άγνωστους.
Κι αν θα γλιτώσουμε ίσως να βρούμε εκεί
τις μέρες που δεν είχαμε ποτέ μας
και τη ζωή που μέχρι τώρα μόνον εποθούσαμε
χωρίς και να τη ζήσουμε ποτέ.
















ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΤΕ

Από το καλάθι σας τίποτα δεν πήρα.
Τίποτα δε σας χρωστώ. Από τα κίτρινα
φύλλα που το φθινόπωρο πάνω σας
εσώριασε,μόνον,σας απάλλαξα.

Τα μηδενικά σας πήρα,έναν άξονα
μέσα τους επέρασα,και πάνω
στις ρόδες του το αμάξι της
ποίησής μου στερέωσα,

να τρέχει σαν κυνηγημένο ελάφι
μέσα στο δάσος της αγνοίας σας
που μάτια δεν έχετε να τη δείτε,

γιατί στη θέση τους χάντρες βρίσκονται
και συντροφιά η μια με την άλλη κάνει
όπως ‘Ελλειψη με Έλλειψη συντροφιά κάνουν.















ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Και που γράφουμε στίχους τι; Και ποιητές
αν μας λένε τι σημαίνει; Από τους άλλους
διαφέρουμε γι αυτό; Μη και για μας
κληρονομιά το σκοτάδι δε θα ’ναι;

Και που νώθουμε όταν οι άλλοι
αναίσθητοι στα μηνύματα είναι,
και που πλάθουμε στίχους,στη σειρά
αραδιαζοντας κόσμους,θεούς,ψυχές,

φαντάσματα κι αυτά δεν είναι,
που μέσα σε θάλασσες από λέξεις,
λέξεις κι αυτά όλα,κολυμπάν;

Και με τις λέξεις άλλο τι,κανείς
να κάνει μπορεί παρά να δείχνει
την αδυναμία του να εκφραστεί;














ΓΛΥΚΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝΕ

Μέσα στην ησυχία
θόρυβοι κάτι αλαφροί έρχονται απ’ τον καφφέ του.
Μπορεί να πει πως κάποιος δαίμονας
εμπήκε στο φλυτζάνι του
και κει ότι τα μάγια του δουλεύει. Και αυτό
καλά θα ταίριαζε με τις μαγείες του καφφέ.
Και λέγοντάς το
από το απίστευτο θα ξέφευγε να πει
ότι το θρο της διάχυσης της ζάχαρης ακούει
που στο πικρό μέσα διαλύεται υγρό.

Απίστευτο για κείνον όχι-γιατί αυτός
φορές πολλές μες στη σιωπή
της μοναξιάς τους ήχους τους λεπτούς ακούει
καθώς αυτή μες στην πικρή
γλυκαινοντάς τηνε διαλύεται ζωή του.









ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ

Όταν,περνώντας το στενό στόμιο
στην ευρυχωρία βρέθηκαν
γύρω απλώθηκαν. Μερικοί
ένα ξύλο κάρφωσαν, χορδές του ’βάλαν.
Άλλοι εζύμωναν,ψαρεύαν.
Κλωστές άλλοι ταιριάζανε
βότανα εδιάλεγαν,σπίτια χτίζανε...

Τέλος καθένας κάτι όριζε
και ψηλά,σα λάβαρο το σήκωνε
ή σαν θυρεό
ή σα θεωρία
ή σαν σώζουσα πίστη.

Κι έτσι όλο προχωρώντας
ευωχούμενοι και πλατυνόμενοι,
μπροστά στο στενό στόμιο πάλι βρέθηκαν.
Και καθώς πίσω
έρχονταν άλλοι ανεμίζοντας πανιά
και άτρομα βαδίζοντας,
και καθως πίσω να γυρίσουν δεν μπορούσαν,
χώθηκαν πάλι μες στο στόμιο το στενό
συμπυκνωνόμενοι.









ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Να γράψεις ένα γράμμα και με ήσυχες
προσεκτικές κινήσεις να το κλείσεις
στο φάκελλο,που απορεί
γιατί ξέρει-
παραλήπτης δεν υπάρχει.

Να γράψεις ένα γράμμα
με της ψυχής σου όλα τα κρυφά
και τα μεγάλα εντός του.

Κι όταν τελειώσεις και το φάκελλο σφραγίσεις
να τονε ρίξεις στη φωτιά
με μια συνηθισμένη κίνηση
και να τον βλέπεις ήσυχα να καίγεται
και σαν νωχελικά
λικνίζοντας ο αέρας τον καπνό του...

Και αύριο
κει που θα κάθεσαι μονάχος
και η ώρα καθόλου δε θα έχει περάσει
να σκεφτείς: «πρέπει να γράψω ένα γράμμα».

Και να πάρεις πέννα και χαρτί
και,σαν ποτέ να μην ξανάγραψες
να γράψεις.






















ΛΕΜΕ

Λέμε «το κερί καίει»
χωρίς να ξέρουμε τι θα πει «καίει».
Λέμε «ο πατέρας πέθανε»
χωρίς να ξέρουμε τι θα πει «πέθανε».
Μόνο τριγυρίζουμε καρφώνοντας το βλέμμα
σε πλούσια ντεκολτέ
και σε γάμπες μισόγυμνες και ιλαρές
και κάτι μάτια προσκυνάμε
χωρίς ανταπόδοση.















ΜΑΣΣΑ

η Μάσσα κείται στο ψυχρό χώμα

το άνθος κόπηκε
η πηγή στέρεψε
το τραγούδι σταμάτησε

η Μάσσα κείται στο ψυχρό χώμα

το μαχαίρι άστραψε στον αέρα
το μαχαίρι χτύπησε στην καρδιά
το μαχαίρι δίπλα της πεσμένο

η Μάσσα κείται στο ψυχρό χώμα

η Μάσσα επρόδωσε
η Μάσσα επλήρωσε

η Μάσσα δίκαια κείται στο ψυχρό χώμα





ΓΙΑ ΠΟΛΤΟΠΟΙΗΣΗ

Κι όταν πεθάνουμε
τα χρόνια πώς θα φύγουν από μέσα μας;
Οι τόσες μέρες
που στους πόρους της ζωής μας έχουν σωρευτεί
πώς μάς αφήνουν;
Οι ώρες που στριμώχνονται κάτω από το δέρμα μας
επιτακτικές,
που στροβιλίζονται σε κάθε κίνησή μας περιττή-
αυτές οι ώρες από πάνω μας πώς φεύγουν,
σαν έχουν πάψει πια να μας μετράνε;

Μόνο για το τελευταίο δευτερόλεπτο ξέρουμε:
σαν η σειρά του έρθει να ’μπει
το πόδι απλώνει
λίγο κυττάζει δεξιά κι αριστερά
καταλαβαίνει ξαφνικά
και πανικόβλητο απομακρύνεται
(αμέσως βρίσκει άλλη σειρά
μπαίνει στο τέλος της
και αναμένει)

Εμείς στο μεταξύ
όταν το δούμε ανέκκλητα να φεύγει
καλά σφαλίζουμε την πόρτα
κι έτσι όπως είμαστε γεμάτοι
και σαν τυμπανιαίοι
από χρόνο σεσηπότα
πηδάμε στη λεκάνη τη λευκή
για πολτοποίηση.








ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ

Στο κελλί όπου κλεισμένος είσαι
υπάρχει μυστική μια πόρτα
που ανοίγοντας σε δίνει έξω
στων Πραγμάτων τον κόσμο.

Υπάρχει μια πόρτα.

Μπορεί
σκέφτεσαι
κάποιο κουμπί να την ανοίγει.
Ή πάλι να προσμένει μία λέξη
ν’ ακούσει,και συντρίμμια
στη δόνηση που εκείνη θα της φέρει
να σωριαστεί.

Και σηκώνεσαι
και τον τοίχο ψηλαφάς
και λέξεις μαγικές ζητάς.

Όμως μόνο ακινησία
και σιωπή αν γίνεις
η πόρτα όχι μόνο,μα και οι τοίχοι
θα γκρεμιστούν
και όλα φως τότε και ζωή θα είναι.
























ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ

«Ό,τι μου έδωσαν εκατομμύρια χρόνια
μου το στερούν αυτοί.Είναι εκείνοι
μεγαλύτεροι απ’ τον Καιρό
ή είναι ο ίδιος ο Καιρός που εντύθηκε
για σάρκα τη συμπυκνωμένη διάρκεια,
για απόφαση το Μέλλον
και,με δικαίωμα πια,
μ’ έκλεισε ’δω μέσα;»














ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ-ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ 7 ΠΡΟΣ 8-9-99

Σαν όχι οι ουρανοί ν’ ανοίξανε,αλλά η γη
και θέρμη γέμισε και μαυρίλα ο αέρας.
Και τα σύννεφα είναι καπνοί του Άδη
που με δάκρυα πεθαμένων βρέχουν.

Και το νερό σε ξυπνάει σαν κάποιος
να ποτίζει τον κήπο του ξαγρυπνώντας.
Και μεριάζεις την κουρτίνα στο παράθυρο
και άνθρωπος δεν είναι ούτε θεός.

Βροχή μόνο. Κι ένα μολυβί χρώμα γύρω
που τα πράγματα όλα νεκρά κάνει.
Και πια δεν ακούς την τετράχορδη συμφωνία

της καρέκλας ή τον μονόλογο του τραπεζιού
και η τόση σιωπή νεκροταφείο θυμίζει
και φοβάσαι,και μηχανικά τον σταυρό σου κάνεις










ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΑΙ ΑΡΙΑΔΝΗ

Ενώ αυτή ακίνητη
σαν μαρμαρωμένη έβλεπε,
η ανέραστη θεά,με κινήσεις αργές,θεϊκές,
το τόξο της τέντωσε,και στο στήθος
πληγή της άνοιξε.
Το βέλος στα νωπά
που ακόμα Μινώταυρο εμύριζαν
χάδια,βούλιαξε πρώτα,ύστερα
το θώρακα σαν φύλλο δάφνης
διαπέρασε,και στο σιωπηλό
έριξε χάος την Ερωτευμένη.

Και η θεά στην ορθοφροσύνη της επήγε.

Ως για τη νεκρή,σε μάρμαρα διαχύθηκε
λευκά,που σε λίγο κιόλας
τη μορφή της θα απεικόνιζαν
θαμπή και παραδομένη σε ο,τι
γνώριμο είναι σε όλους,αλλά πιότερο σε νεκρούς
που τόσο τους αρμόζει,
χαρίζεται.
















ΔΙΨΩΝΤΑΣ

«Κλείσε το φως!»,ακούστηκε. Το φως
δεν ήταν ανοιχτό. Εκείνος όμως μια κίνηση
προς τον διακόπτη έκανε.
Γέλασε με το πάθημά του. Κύτταξε

στο μέρος απ’ όπου ήρθε η φωνή...
Κανένας. Διπλά λοιπόν γελάστηκε.
Τα σκοτεινά των καιρών γυρίσματα
δημιουργούν τέτιες ακατανόητες

καταστάσεις. Ακατανόητες για κείνους
που πίσω από τα αίτια λαχανιασμένα τρέχουνε
αποτελέσματα διψώντας,γιατί αλλιώς

να εννοήσουν τη ζωή αδυνατούν - γι αυτούς
όταν ακούγεται μία φωνή
να έχει μιλήσει κάποιος πρέπει.















ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

«Όμορφη που ’ναι η ζωή!»,λέει,
τριγύρω κυττάζοντας΄ μα όταν μέσα του
το βλέμμα στρέφει,σε ασχήμια
η ομορφιά όλη γυρίζει. Και κουραστικές

αυτές οι μεταπτώσεις είναι.,επειδή το έξω
τις δικές του δουλείες χαλκεύει.
Κι αν το έξω σαν το μόνο υπάρχον θεωρήσει
τότε αυτός ανύπαρκτος αισθάνεται.

Αν πάλι το αγνοήσει,τότε ευθύνες
αλόγιστα μεγάλες αποδέχεται και αυτές
κάτω από το βάρος τους τονε συνθλίβουν.

Μελαγχολία τότε,απαισιοδοξία,απόγνωση
τέλος,το διαλογιζόμενο δίποδο αλώνουν,
που στο θάνατο άφευγα το οδηγούν.






















ΕΞΙΛΑΣΜΟΣ

Στον βωμό του Έρωτα πάνω
σφαγμένο το σώμα του.
Με νύχια,με δόντια,με σαρκασμούς,
με υπονοούμενα,
γυμνές μαινάδες το κατασπαράζουν
με γυμνούς σάτυρους αγκαλιασμένες,
για να πάρουν δύναμη,
όλο ζωντάνια να ξαπλώνουν
σε στρώματα πάνω,λερώνοντάς τα
με ζάρες-της ψυχής του- και με σπέρματα-
απομιμήσεις του αίματός του.












ΚΟΡΔΗΛΙΑ

Προίκα την ειλικρίνεια αν έχεις,
κάποια νυχτιά,
που κεραυνούς γεμάτος
και αστραπές,ο ουρανός,καμμιά ζεστή
γωνιά του δε θα δείχνει΄ που οι βροντές,
φωνή ν’ ακούσεις ή καλάδημα
δε θα σ’ αφήνουν,και που η καταιγίδα
θα ’ρχεται όχι απέξω αλλ’ απομέσα σου,
κάποια νυχτιά,
στα χέρια μέσα του πατέρα σου,με στήθη
μόλις πριν,απ’ αυτόν ακουμπισμένα
(που θα τρέμουνε ακόμα),θα υψωθείς
ως λίγο πάνω απ’ τους μηρούς σου
και σκύβοντας σα φίδι που την ουρά του
καταπίνει,μέσα σου θα μπεις,ωσότου
απάνω στου πατέρα σου το σώμα,ένα
κενό να πέσει μέγα τόσο που εντός του
η ζωή αντίσταση μη βρίσκοντας,με όλες
τις πληγές και τις κατάρες της να ξαναρχίσει,
Κορδηλία.














ΤΟΣΟ

Πράγματα που μπροστά μου επερνούσατε
και ψεύτικα βήματα ανοίγοντας
σα σε σκηνή θεάτρου,πως μόνος δεν είμαι
να συλλογίζωμαι,πολλές φορές με κάνατε-

υπάρξεις που κάποιο χέρι μπροστά μου έστηνε,
δεν ήξερα πως δεν ήτανε για μένα που ερχόσασταν,
αλλά για σας-για να ’χετε ένα θεατή
και η παράστασή σας,αμάρτυρη,

να μη χαθεί. Το σωστό σας μέτρο όμως
δεν είναι αυτό που εκεί πάνω μορφάζοντας
μου δείξατε. Το σωστό σας μέτρο

μέσα μου το κρατώ,και μία μόνη στιγμή
από τις τόσες που ξοδέψατε,μ’ αυτό,
από σας,θα μετρήσω: τόσο σας πρόσεξα.















ΤΟ ΣΩΣΤΟ

«Σ’ αγαπώ»,λένε,και αφήνουν τα φτερά
της καταιγίδας, τα αέρινα λόγια τους να πάρει.
Και μένουν χωρίς ούτε τον ήχο της φωνής τους.

Και άδεια κορμιά πια υποδέχονται
τα αφρισμένα κύματα,και ανεστραμμένα
κελύφη τα πηχτά σάλια τους ξερνάνε
σε άσκοπες,άχαρες γιορτές.

Σε άλλες επιδιώξεις τ’ όνομα δίνεται
το αληθινό.Και τόσο μπερδεμένο
που νόημα δεν έχει ό,τι ακούγεται,μόνο
καταλαβαίνει κανείς πως εκείνο,
το σωστό σύμπλεγμα γραμμάτων είναι.

Μια μάσκα να έπεφτε επιτέλους κάποτε!..















ΠΟΛΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Οι θόρυβοι ενορχηστρωμένοι,πετούν
από τη βουερή θάλασσα στο ανοιχτό αυτί
που,σαν με μαγικόν τρόπο,αν και
χωρίς αιτία και σκοπό ακούει. Δεξιά

το μικρό μιας φώκιας από ένα τσεντού
σπαράζεται. Αριστερά,ύαινες
πτώματα ξεθάβουν χελωνίσια. Το
πολυταξιδεμένο κέλυφός τους

καταφύγιο για κάθε καταιγίδα,
αναδύεται πάλι στον καθάριο,κρύο
πολικόν αέρα. Ο ουρανός,στενεμένος,

καλύπτει όλα σαν καπνοσακκούλα
που το περιεχόμενό της,ο καραβοκύρης
Χρόνος,στο ταξείδι του θα καπνίσει.
















ΘΥΜΩΝΤΑΣ

Όπως κάτι λέξεις που με τον καιρό ξεχάστηκαν
και σαν θα τις ακούσουμε μένουμε για λίγο αμίλητοι
θυμώντας έξαφνα όσα πήρανε μαζί τους,
έτσι και Σύ,Ώρα Γεμάτη,τη συνείδηση

με τον αστραπιαίο,τον μοναδικό,τον απόκοσμο
ήχο Σου δονείς.. Και η ακοή μας συνταράζεται,
και φέρνει μες στα δέντρα της ψυχής
πουλιά,και σκιόφως,και ανεμοψιθυρίσματα

άλλα,του καιρού που χαμένοι ήμασταν-
τότε που η άγρυπνη ελπίδα και η λίγη μας
ευχαρίστηση,χτυπούσαν αδύναμα φτερά

στο δόκανο πιασμένες της ρυτιδιασμένης Σου
επιφάνειας-ανάμεσα σε δυο πτυχές της
που νερό δεν έβρισκαν ν’ αναταχτούν.











ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ

Φύλακες του χρυσού.
Φύλακες.

Και κατά χιλιάδες οι Γρύπες έπεφταν
σε κάθε των μονόφθαλμων Αριμασπών επίθεση
που το χρυσάφι να τους πάρουν θέλαν.
Στους φτερωτούς τους Γρύπες μέσα ποιος
τον έρωτα έβαλε για τον χρυσό; Κανείς. Μόνο
που καταλάβαιναν πως αν δεν τον φυλάγαν
τότε αξία αυτός δε θα ΄χε,κι ούτε αυτοί,
ονομαστοί στην ιστορία θα μέναν.
Η αξια του χρυσού,αξία στη ζωή τους έδωσε.
Τώρα όλοι ξέρουνε:σκληροί,
αδέκαστοι,πιστοί φύλακες ,οι Γρύπες,
του χρυσού ήσαν.

Έτσι αξία δίνει καθένας μας σε κάτι
και το τηρεί,και το ευλογεί και το φυλάσσει-
άλλος χρυσό,άλλος αρχές,άλλος ιδέες.

Καλά ανταμοίβουν οι αξίες.











ΣΕΡΒΙΟΣ ΣΟΥΛΠΙΚΙΟΣ

Ζηλεύω τον ύπνο σου Σέρβιε Σουλπίκιε.

Ω! Τι ωφέλιμο! Ο ύπνος να είναι
ο ψεύτικος,βαθύτερος απ’ τον αληθινό!
Ω! Να μπορούσε κανείς τα μάτια του
μπροστά στην άλλην όψη-την ανυπόφορη-
της ζωής να κλείνει!
Μα τέτια πού πουλάν υπνωτικά; Που σχήματα
να μην υπάρχουν τότε άλλ’ απ’ αυτά
που τ’ ανοιχτά τα μάτια βλέπουν μόνο...
Ω! Ο κόσμος σου Σέρβιε Σουλπίκιε
ο τόσο ξέχωρος απ’ τους κοινούς δικούς μας,
που πάνω στο προσκέφαλο αφήνει το θάνατο
σαν ένα μυρωδάτο κρίνο!

Και το πως έχεις μάτια
και ξυπνητός,όταν θέλεις,είσαι,αυτό
πιότερο τον θαυμασμό μας μεγαλώνει
επειδή αλλιώς,τυφλός αν ήσουνα
φρούδα θα ήταν τότε η σοφία σου.















ΓΑΛΗΝΗ...

Να ήτανε,Γαλήνη,αφήνοντας τη θάλασσα
και σε μάς τους στεριανούς να έρθεις!
Σε μάς που κύματα άλλα μάς τινάζουν
όχι σε άλλο κύμα πάνω μα σε άλλη θάλασσα.

Να ’ρθείς ,κόρη του Αμίλητου και του Ησυχασμένου
και Ολόκληρη να φανείς και Δυνατή.
Στον ώμο σου ν’ ανέβουμε τον υψηλό
και συ ακίνητη να μάς πηγαίνεις και να μάς
πηγαίνεις πάνω στο άβαθο το αυλάκι
που το σώμα σου,με μυστικές
εσύ που ξέρεις μόνο,προσταγές
αθώρητα για μάς,ανοίγει.

Γαλήνη! Πολυαγάπητη Νητηϊδα! Αρκετά
τους τολμηρούς ναυτικούς εφίλησες. Έλα
και τους ταραγμένους,τους δειλούς εμάς
να γαληνέψεις.













ΜΕΣΑΖΟΝΤΕΣ

Έμποροι που οργώνετε τη γη μου,
που την ποτίζετε με τον ιδρώτα μου
και με το χέρι μου δρεπάνι,σοδειάζετε
στάρι και χρήμα και αυτοπεποίθηση,

έμποροι,που το έτσι αποκτημένο
εμπόρευμα σε μένα πάλι το πουλάτε
μεσάζοντες εσείς ανάμεσα
στην αθωότητα και την άγνοιά μου,

έμποροι έφτασε η ώρα που και τη ζωή μου
για πενταροδεκάρες θ’ αγοράστε.
Μα να το ξέρετε: από κει και πέρα

ο έμπορος θα ειμ’ εγώ΄ και με τους νόμους
του δικού μου κράτους θα σας αγοράζω
και θα σας αργάζω και θα σας πουλώ.

















ΟΥΤΕ ΑΥΤΟ

Ισορροπεί σαν ακροβάτης χρόνια τώρα πάνω
στο σχοινί,ανάμεσα ζωής και θανάτου,
τη βέργα του ζυγιάζοντας-’πιδέξια,
μιας και’κει πάνω ακόμα βρίσκεται.

Να κυττάξει κάτω δε γίνονταν χωρίς
τον κίνδυνο να πέσει.Μόνο τώρα,που
καλός ισορροπιστής ένιωσε,έσκυψε κι είδε:
ούτε ζωή ούτε θάνατος.Τώρα περπατεί

στο τεντωμένο σχοινί πάνω,σαν σε πλατεία στέρια
και συμπαγή,χωρίς την άσκοπη,οδυνηρή
φροντίδα αποφυγής της πτώσης. Κι έτσι

θα σεργιανίζει πέρα δώθε απ’ του σκοινιού
τη μια άκρη ως την άλλη,ώσπου να δει
πως ούτε αυτό υπάρχει.

Γιώργης Χολιαστός

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home